Παρά τις μειώσεις των φορολογικών συντελεστών που έγιναν τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα διατηρείται στην κορυφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας, πρωταθλήτρια αναδεικνύεται η χώρα μας και στην αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ, ενώ καλύτερες είναι οι επιδόσεις στη φορολογία ακινήτων.
Στα συμπεράσματα αυτά καταλήγει η ετήσια έκθεση φορολογίας 2026 (Annual Report on Taxation 2026) της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης (DG TAXUD) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία στην ουσία αναδεικνύει το βαρύ αποτύπωμα των τριών μνημονίων στην αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης.
Η έκθεση αξιολογεί τα δεδομένα των φορολογικών εσόδων των κρατών μελών το έτος 2024, καθώς και τις μεταρρυθμίσεις που δήλωσαν τα κράτη ότι προώθησαν τα τελευταία χρόνια.
Με βάση τις μεταρρυθμίσεις η Ελλάδα είναι σε υψηλές θέσεις καθώς η Κομισιόν επικροτεί τα myDATA, τον εκσυγχρονισμό της φορολογικής νομοθεσίας την αντικατάσταση του χαρτοσήμου με το τέλος ψηφιακών συναλλαγών κ.λπ.
Ωστόσο όπως είναι δομημένο το ελληνικό φορολογικό σύστημα, «παράγει» υψηλούς ή και σε ορισμένες περιπτώσεις τους υψηλότερους φόρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Φορολόγηση της εργασίας
Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής (ITR) επί της εργασίας, ο οποίος, μετρά τη συνολική φορολογική επιβάρυνση επί όλων των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία διαιρώντας τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές επί των εισοδημάτων από μισθωτή εργασία με τη συνολική αμοιβή των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των φόρων επί των μισθών, αναδεικνύει την Ελλάδα στην κορυφή της ΕΕ, καθώς φτάνει στο 44,8%, με τον μέσο όρο στην ΕΕ να είναι στο 37,1%.
Στη δεύτερη θέση είναι η Ιταλία με 43,9% και ακολουθεί το Βέλγιο με 40,7%. Στον αντίποδα, τους χαμηλότερους συντελεστές ITR έχουν η Μάλτα με 24,4%, η Βουλγαρία με 24,9% και η Κροατία με 29,2%.
Σε επίπεδο ΕΕ, ο συντελεστής φορολογίας της εργασίας παρουσίασε πτωτική τάση την τελευταία δεκαετία από 38,2% το 2014 σε 37,1% το 2024, με τον συντελεστή να αυξάνεται σε 15 κράτη μέλη, με την Κύπρο να καταγράφει την υψηλότερη αύξηση κατά 8,8% εκατοστιαίες μονάδες και να ακολουθεί η Ελλάδα με αύξηση κατά 3,4 μονάδες και η Ισπανία με αύξηση κατά 3,0 ποσοστιαίες μονάδες.
Έσοδα ΦΠΑ
Η Ελλάδα, μεταξύ των χωρών της ΕΕ, καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση των εισπράξεων από τον ΦΠΑ κατά τη δεκαετία 2014-2024, στην οποία αυξήθηκαν κατά 3,1 εκατοστιαίες μονάδες. Ακολουθούν η Ουγγαρία με 2,3 π εκατοστιαίες μονάδες και η Ιταλία με 1,8 εκατοστιαίες μονάδες.
Φόροι κατανάλωσης
Η Ελλάδα είναι στην τριάδα των χωρών της ΕΕ, στα οποία αυξήθηκε το μερίδιο των φόρων κατανάλωσης στα συνολικά φορολογικά έσοδα, κατά τη δεκαετία 2014-2024. Στις υπόλοιπες χώρες μειώθηκε, με αποτέλεσμα το μερίδιο των φόρων κατανάλωσης στα συνολικά φορολογικά έσοδα της ΕΕ μειώθηκε από 28,3% το 2014 σε 26,8% το 2024.
Περιβαλλοντικοί φόροι
Ο ελληνικός κρατικός προϋπολογισμός το 2024 εισέπραξε τα περισσότερα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους τα οποία ανήλθαν στο 3,8% του ΑΕΠ, με την Κροατία να ακολουθεί στο 3,4% και τις Κάτω Χώρες, Βουλγαρία και Σλοβενία με 3%.
Φόροι ακίνητης περιουσίας
Καλύτερες είναι οι επιδόσεις της Ελλάδας σε σχέση με τα άλλα κράτη της ΕΕ στη φορολογία ακίνητης περιουσίας, οι οποίοι μειώθηκαν στη δεκαετία 2014-2024. Ειδικότερα, το 2024 οι φόροι ακίνητης περιουσίας αντιπροσώπευαν το 7,9% των συνολικών φορολογικών εσόδων στη Γαλλία, το 7,4% στο Βέλγιο και το 6,6% στην Ελλάδα, ενώ οι χαμηλότερες επιβαρύνσεις στα ακίνητα εντοπίζονται σε Αυστρία, Κύπρο, Τσεχία, Εσθονία, Λιθουανία, Σλοβενία και Σλοβακία, με το μερίδιο επί των συνολικών εσόδων να είναι κάτω του 2%.
Στη δεκαετία 2014 – 2024, οι μεγαλύτερες μειώσεις των φόρων στην ακίνητη περιουσία καταγράφηκαν στην Ιρλανδία κατά 2,7 ποσοστιαίες μονάδες, στην Ελλάδα και στην Κύπρο κατά -2,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Μάλιστα η Κομισιόν παρατηρεί για την Ελλάδα, πως «οι παρωχημένες κτηματολογικές αξίες, σε ένα πλαίσιο ταχέως αυξανόμενων τιμών κατοικιών, υπονομεύουν τη φορολογική βάση των επαναλαμβανόμενων φόρων επί της ακίνητης περιουσίας», αναφερόμενη στην «ψαλίδα» μεταξύ αντικειμενικών αξιών και τιμών αγοράς.
Αρνητικά για την κτηματαγορά και τα έσοδα του προϋπολογισμού από τα ακίνητα επιδρά επίσης και η επιβράδυνση των συναλλαγών ακινήτων και η μειωμένη δανειοληπτική ικανότητα, σε ένα πλαίσιο αυξανόμενων επιτοκίων.
Το κόστος της φορολογικής συμμόρφωσης
Ακόμη η έκθεση της ΕΕ σημειώνει πως στην Ελλάδα το κόστος της φορολογικής συμμόρφωσης είναι υψηλό, λόγω της πολυπλοκότητας της φορολογικής νομοθεσίας τους και των συχνών αλλαγών (50 νόμοι στο διάστημα 2020-2025).
Όπως τονίζει η Κομισιόν, «οι νομοθετικές αλλαγές τείνουν να αυξάνουν το κόστος συμμόρφωσης, καθώς απαιτούν εκμάθηση και προσαρμογή. Η εκμάθηση μιας νέας φορολογικής υποχρέωσης είναι πολύ πιο δαπανηρή την πρώτη φορά σε σύγκριση με τις επόμενες φορές.
Οι συχνές σταδιακές μεταρρυθμίσεις τείνουν να αυξάνουν τα σωρευτικά κόστη συμμόρφωσης περισσότερο από τις λιγότερο συχνές, αλλά ευρύτερης κλίμακας μεταρρυθμίσεις».