Ιδιαίτερα ακριβή επιλογή αποδείχτηκε η επιλογή ενός ζευγαριού να υποβάλει χωριστές φορολογικές δηλώσεις, καθώς μια απροσεξία οδήγησε στην επιβολή φόρων άνω σχεδόν 77.000 ευρώ.
Τους φόρους θα είχε αποφύγει, εάν δεν είχε επιλέξει το «φορολογικό διαζύγιο», με το οποίο χάνεται το πλεονέκτημα των ζευγαριών να καλύπτει τεκμήρια ο ένας σύζυγος, από τα εισοδήματα του άλλου συζύγου.
Η πλατφόρμα της ΑΑΔΕ για τα ζευγάρια που επιθυμούν να υποβάλουν χωριστές φορολογικές δηλώσεις το 2026, έχει ανοίξει και οι ενδιαφερόμενοι έχουν χρονικό περιθώριο έως τις 2 Μαρτίου να το δηλώσουν.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, που υπενθύμισε άλλωστε και πρόσφατα η ΑΑΔΕ, στις χωριστές δηλώσεις φόρου εισοδήματος συζύγων δεν υφίσταται η έννοια του οικογενειακού εισοδήματος για την κάλυψη των επιμέρους τεκμηρίων καθενός εκ των συζύγων, καθώς τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης βαρύνουν τον κάθε σύζυγο ατομικά.
Επίσης, δεν υπάρχει η δυνατότητα κάλυψης τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, από τα εισοδήματα του άλλου συζύγου. Δηλαδή ο σύζυγος, που δεν καλύπτει τις τεκμαρτές δαπάνες που τον βαρύνουν, δεν μπορεί να επικαλεστεί τα εισοδήματα των προηγουμένων οικονομικών ετών που είχαν ως «φορολογικό ζευγάρι» τα προηγούμενα χρόνια, παρά μόνο δικά του εισοδήματα.
Το χρονικό της υπόθεσης
Τις ανωτέρω διατάξεις αγνόησε ένα ζευγάρι με αποτέλεσμα να τους επιβληθούν φόροι δεκάδων χιλιάδων ευρώ, όπως προκύπτει από την απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, όπου προσέφυγαν οι φορολογούμενοι, οι οποίοι από το 2018 είχαν επιλέξει να υποβάλουν χωριστές φορολογικές δηλώσεις.
Το 2021 η σύζυγος προχώρησε στην αγορά ακινήτου αξίας 150.000 ευρώ στο όνομά της. Τα τρέχοντα εισοδήματα του 2021 δεν κάλυπταν το κόστος της αγοράς και προκειμένου να δικαιολογήσει το τεκμήριο απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, επικαλέστηκε τη μέθοδο της «ανάλωσης κεφαλαίου παρελθόντων ετών».
Δήλωσε συγκεκριμένα στον κωδικό 787 του Ε1 «Ανάλωση κεφαλαίου που ήδη φορολογήθηκε ή απαλλασσόταν από τον φόρο» ποσό ύψους 145.000 ευρώ. Κατόπιν, όταν η εφορία ζήτησε παραστατικά, προσκόμισε πίνακα ανάλωσης κεφαλαίου από εισοδήματα των ετών 2004 έως το 2020.
Όμως η εφορία απέρριψε τον ισχυρισμό της. Ο λόγος ήταν ότι για το έτος 2021 —όπως και για τα τρία προηγούμενα— η φορολογούμενη είχε επιλέξει να υποβάλει χωριστή δήλωση από τον σύζυγό της.
Στον πίνακα ανάλωσης κεφαλαίου που υπέβαλε στην εφορία περιέλαβε εισοδήματα που προέρχονταν από τον σύζυγό της κατά την περίοδο που υπέβαλλαν κοινές δηλώσεις (2004-2017), καθώς και εισοδήματα του συζύγου και για την περίοδο 2018-2020 που υπέβαλαν χωριστές δηλώσεις.
Ο σύζυγος είχε εισοδήματα αλλά…
Από την ανάλυση των εισοδημάτων της των προηγουμένων ετών που έκανε η εφορία διαπίστωσε πως, η ίδια δεν είχε αρνητικό εισόδημα από ανάλωση κεφαλαίου προηγουμένων ετών το οποίο ήταν -4.752,93 ευρώ.
Αντίστοιχα, ο σύζυγός της, στον «κουμπαρά» των προηγουμένων ετών, είχε εισοδήματα ύψους 190.390,32 ευρώ και αν το ακίνητο αγοράζονταν στο όνομά του, θα καλύπτονταν το τεκμήριο αγοράς και δεν θα είχαν κανένα απολύτως πρόβλημα.
Έτσι, η Δ.Ο.Υ. δεν δέχτηκε την ανάλωση κεφαλαίου που επικαλέστηκε η φορολογούμενη, υποστηρίζοντας ότι για το φορολογικό έτος 2021, όπως και για τα τρία προηγούμενα έτη, η προσφεύγουσα υπέβαλε χωριστή δήλωση, που σημαίνει ότι με βάση τη νομοθεσία η κάλυψη των τεκμηρίων γίνεται αποκλειστικά με δικά της εισοδήματα και δεν μπορεί να επικαλεστεί εισοδήματα του συζύγου της, ούτε εκείνα που αποκτήθηκαν ενώ ήταν σε ισχύ τοπ «φορολογικό διαζύγιο» ούτε και για την προηγούμενη περίοδο που υπέβαλαν κοινές δηλώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, κοινοποιήθηκε πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, για το φορολογικό έτος 2021, ύψους 65.142,37 ευρώ πλέον ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης 11.593,91 ευρώ, δηλαδή το συνολικό ποσό έφτασε σε 76.736,28 ευρώ.
Γιατί απορρίφθηκε
Η σύζυγος στη συνέχει προσέφυγε στη ΔΕΔ, η οποία απέρριψε την προσφυγή της και επικύρωσε την Πράξη προσδιορισμού του φόρου που εξέδωσε η ΔΟΥ.
Όπως εξήγησε η ΔΕΔ στο σκεπτικό της, σε περίπτωση χωριστών δηλώσεων συζύγων, για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς των τεκμαρτών δαπανών, λαμβάνονται υπόψη τα αναγραφόμενα στη δήλωση χρηματικά ποσά, όπως αυτά δηλώνονται από τον κάθε σύζυγο χωριστά και αναλυτικότερα:
- Στις χωριστές δηλώσεις συζύγων δεν δύνανται τα εισοδήματα του ενός συζύγου να καλύψουν τα τεκμήρια του άλλου, καθώς τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης βαρύνουν τον κάθε σύζυγο ατομικά.
- Όσον αφορά τη δυνατότητα κάλυψης τεκμηρίων με ανάλωση κεφαλαίου, δεν μπορεί να γίνει επίκληση εισοδημάτων από τη χωριστή δήλωση του άλλου συζύγου.
- Από τις κοινές δηλώσεις προηγούμενων ετών ο κάθε σύζυγος μπορεί να επικαλεστεί ανάλωση κεφαλαίου μόνο από τα δικά του εισοδήματα.