ΓΔ: 886.72 -0.85% Τζίρος: 91.93 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:20:00 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φωτο: Shutterstock

«Βουτιά» του Δείκτη Εμπιστοσύνης Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων

Απότομη πτώση το α' εξάμηνο διαπιστώνει η Εθνική Τράπεζα, κοντά στα επίπεδα προηγούμενων κρίσεων (2009, 2015). Μία στις τρεις επιχειρήσεις δηλώνει ότι δίνει αγώνα για επιβίωση.

Σε συνθήκες κρίσης μπήκαν απότομα λόγω της πανδημίας οι Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις της χώρας, με το Δείκτη Εμπιστοσύνης που καταρτίζει η Εθνική Τράπεζα να επανέρχεται το α' εξάμηνο του έτους σε αρνητικό έδαφος (-8 μονάδες), σημειώνοντας πτώση 34 μονάδων και προσεγγίζοντας τα επίπεδα των προηγούμενων κρίσεων (εκκίνηση ύφεσης το 2009 και επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων το 2015).

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, όπως σημειώνει η Εθνική, ότι η πτώση ήταν εξίσου έντονη τόσο για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (με κύκλο εργασιών κάτω από € 0,5 εκ.) όσο και για τις μεσαίες επιχειρήσεις (με κύκλο εργασιών μεταξύ € 2,5 εκ. και € 10 εκ.).

Ο Δείκτης Εμπιστοσύνης ΜμΕ (πηγή: Εθνική Τράπεζα)

deiktis_empistosynis_mme

 

Οι επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομική καθημερινότητα και η συνακόλουθη αβεβαιότητα περιορίζουν σημαντικά τις προσδοκίες των ΜμΕ για το μέλλον. Έτσι ο δείκτης μελλοντικής ζήτησης παρουσίασε απότομη υποχώρηση της τάξης των 87 μονάδων – σημειώνοντας την μεγαλύτερη πτώση της 10ετίας – ενώ σημαντική είναι η εξασθένιση των αναπτυξιακών στόχων των ΜμΕ (από το 71% σε 37% του τομέα). Ιδιαίτερα έντονα πλήττονται οι κλάδοι εμπορίου αυτοκινήτων, τουρισμού και λιανικού εμπορίου, όπως αποτυπώνεται στο δείκτη στόχου επιβίωσης, που στους συγκεκριμένους κλάδους ξεπέρασε το 40% του τομέα.

Η επιτυχής αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης αποτελεί συνάρτηση των δυνατοτήτων άμυνας που διαθέτουν οι ΜμΕ. Έτσι, για το ⅓ των επιχειρήσεων οι οποίες απολαμβάνουν βελτιωμένες επιδόσεις πωλήσεων, ρευστότητας και κερδοφορίας, θα είναι πιο εύκολο να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις της περιόδου, ωστόσο ένα ισοδύναμο ποσοστό επιχειρήσεων βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση και θα χρειαστεί εντονότερη στήριξη. Από τα επιμέρους μεγέθη σε πλεονεκτική θέση βρίσκονται οι μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις (45% σε καλύτερη κατάσταση), ενώ οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (47% σε χειρότερη κατάσταση) αντιμετωπίζουν εντονότερες δυσκολίες.

Σε επίπεδο κλάδων θετικότερα ξεχωρίζει ο τουρισμός χάρη στην δεκαετία έντονης ανάπτυξης που προηγήθηκε (61% σε καλύτερη κατάσταση), διαθέτοντας έτσι χώρο απορρόφησης των επιπτώσεων της τρέχουσας κρίσης η οποία πλήττει τον κλάδο με ιδιαίτερη ένταση. Θετική η εικόνα και για τον κλάδο τροφίμων (43% σε καλύτερη κατάσταση) ο οποίος διατηρεί την εξαγωγική του δυναμική κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Αντιθέτως οι κλάδοι λιανικού εμπορίου, ένδυσης και λοιπής βιομηχανίας εμφανίζονται να διαθέτουν λιγότερο ισχυρές γραμμές άμυνας και θα απαιτήσουν ισχυρότερη στήριξη, καθώς το μερίδιο των επιχειρήσεων που είναι σε χειρότερη κατάσταση συγκριτικά με το 2008 είναι μεγαλύτερο του 50% του τομέα.

Σε αρνητικό έδαφος μετά από 5 εξάμηνα

Η πανδημία ανέκοψε την ανοδική πορεία του δείκτη εμπιστοσύνης, ο οποίος επανήλθε σε αρνητικό έδαφος μετά από 5 εξάμηνα. Έτσι ο δείκτης υποχώρησε στις -8 μονάδες το πρώτο εξάμηνο του 2020 (από +26 μονάδες το δεύτερο εξάμηνο του 2019), προσεγγίζοντας τα επίπεδα των προηγούμενων κρίσεων (έναρξη ύφεσης το 2009 και επιβολή capital controls το 2015). Η επιδείνωση του δείκτη αποτελεί κοινό γνώρισμα μεταξύ των μεγεθών (με πτώση της τάξης των 30–40 μονάδων), ενώ η ένταση και η ταχύτητα της πτώσης φανερώνει τον αιφνιδιασμό των επιχειρήσεων από τις εξελίξεις.

Οι επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομική καθημερινότητα και η συνεπακόλουθη αβεβαιότητα περιόρισαν σημαντικά τις προσδοκίες των ΜμΕ για το μέλλον. Συγκεκριμένα, ο δείκτης μελλοντικής ζήτησης υποχώρησε κατά 87 μονάδες (η μεγαλύτερη πτώση μεταξύ διαδοχικών εξαμήνων σε επίπεδο συνόλου και μεγεθών), σημειώνοντας παράλληλα τη χαμηλότερη επίδοση της 10ετίας (-45 μονάδες). Επιπλέον, πτωτικά κινούνται οι αναπτυξιακοί στόχοι των ΜμΕ καθώς υποχώρησαν στο 37% του τομέα το πρώτο εξάμηνο του 2020 (από 71% το δεύτερο εξάμηνο του 2019), επιστρέφοντας έτσι στα επίπεδα του 2015.

Η επίδραση της πανδημίας ενισχύει την αβεβαιότητα των επιχειρήσεων, με το ποσοστό των ΜμΕ με στόχο επιβίωσης να αυξάνεται από το 10% σε 33% του τομέα σε ένα μόλις εξάμηνο. Αναλυτικότερα, οι κλάδοι με το μεγαλύτερο ποσοστό επιχειρήσεων που βρίσκονται σε αγώνα επιβίωσης είναι το εμπόριο αυτοκινήτων, ο τουρισμός και το λιανικό εμπόριο (57%, 47% και 43% του τομέα αντίστοιχα). Στον αντίποδα, περισσότερο αισιόδοξοι είναι οι κλάδοι τροφίμων και κατασκευών (ιδιαιτέρως τα δημόσια έργα), όπου λιγότερο από το ⅕ των επιχειρήσεων δηλώνουν ως κυρίαρχη μια στρατηγική επιβίωσης για το προσεχές διάστημα.

Η επιτυχής αντιμετώπιση της τρέχουσας κρίσης αποτελεί συνάρτηση των δυνατοτήτων άμυνας που διαθέτουν οι ΜμΕ. Έτσι για το ⅓ των επιχειρήσεων οι οποίες απολαμβάνουν βελτιωμένες επιδόσεις πωλήσεων, ρευστότητας και κερδοφορίας, θα είναι πιο εύκολο να ανταπεξέλθουν στις προκλήσεις της περιόδου. Στον αντίποδα ένα ισοδύναμο ποσοστό επιχειρήσεων βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση, με συνέπεια να χρειάζεται εντονότερη στήριξη για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας. Εξετάζοντας τα επιμέρους μεγέθη, είναι εμφανής η καλύτερη εικόνα των μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων (45% σε καλύτερη κατάσταση), ενώ πολύ μικρές επιχειρήσεις (47% σε χειρότερη κατάσταση) αναμένεται να αντιμετωπίσουν εντονότερες δυσκολίες.

Η μείωση του βαθμού επάρκειας των ιδίων κεφαλαίων αναμένεται να ενισχύσει τη ζήτηση για χρηματοδότηση. Ειδικότερα, το ποσοστό των ΜμΕ που δηλώνουν επάρκεια ιδίων κεφαλαίων μειώθηκε στο 31% κατά το 1ο εξάμηνο του έτους (από 34% το 2019). Παράλληλα, ο τραπεζικός κλάδος ανταποκρίνεται θετικά στη νέα ζήτηση περιορίζοντας τον βαθμό απόρριψης αιτήσεων νέων χορηγήσεων στο 12% το πρώτο εξάμηνο του έτους (από 18% των αιτήσεων το 2019), συμβάλλοντας έτσι στην προσπάθεια των ΜμΕ να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης.

Ιδιαίτερη έμφαση όσον αφορά τις ροές χρηματοδότησης (και κρατικής στήριξης) πρέπει να δοθεί στους εξωστρεφείς κλάδους (βιομηχανία, τουρισμός και μεταφορές). Η κρισιμότητα αυτής της παρατήρησης έγκειται στο γεγονός ότι σημαντικό τμήμα των τομέων αυτών (της τάξης του 20-40%) βρίσκονταν τη στιγμή που χτύπησε η πανδημία εν μέσω επενδυτικών προγραμμάτων για την κάλυψη του κενού έναντι των διεθνών κυρίως ανταγωνιστών τους.

Εξετάζοντας τα επιμέρους μεγέθη των ΜμΕ παρατηρούμε την έντονα πτωτική κίνηση του δείκτη εμπιστοσύνης, η οποία επαναφέρει τον δείκτη σε αρνητικό έδαφος για όλες τις επιμέρους κατηγορίες.

Ειδικότερα:

Πολύ μικρές επιχειρήσεις: Η έντονη άνοδος του δείκτη εμπιστοσύνης την προηγούμενη περίοδο – χάρη στην οποία πλησίασαν τις επιδόσεις των μεγαλύτερων επιχειρήσεων – αντιστράφηκε εξαιτίας της πανδημίας, με τον δείκτη να παρουσιάζει πτώση 39 μονάδων (σε -15 μονάδες από +24 μονάδες το 2ο εξάμηνο του 2019). Ταυτόχρονα, οι εκτιμήσεις για την πορεία των πωλήσεων είναι έντονα αρνητικές με το 70% να εκτιμά πτώση τους (-23% κ.μ.ο.) επηρεάζοντας αρνητικά τους αναπτυξιακούς στόχους των επιχειρήσεων (σε 26% του τομέα από 65% το 2ο εξάμηνο του 2019).

Μικρές επιχειρήσεις: Παρουσιάζουν συγκριτικά μικρότερη μεταβολή του δείκτη εμπιστοσύνης (πτώση 28 μονάδων, σε -4 μονάδες από +24 μονάδες το 2ο εξάμηνο του 2019). Ωστόσο, η πτώση των πωλήσεων (-11%), επηρεάζει σημαντικά τους αναπτυξιακούς στόχους των επιχειρήσεων (40% του τομέα από 68% το 2ο εξάμηνο του 2019).

Μεσαίες επιχειρήσεις: Ο δείκτης εμπιστοσύνης περνά σε αρνητικό έδαφος για πρώτη φορά μετά το 2013, σημειώνοντας πτώση 35 μονάδων (σε -4 μονάδες από +31 μονάδες το 2ο εξάμηνο του 2019). Ο τομέας παρουσιάζει τις λιγότερο αρνητικές εκτιμήσεις πτώσης πωλήσεων (μόλις 8%), γεγονός που συγκρατεί υψηλότερα τους αναπτυξιακούς στόχους (47% του τομέα).

Μειωμένες προσδοκίες για τη ζήτηση

Πτωτική είναι η εικόνα στους δείκτες τρέχουσας και μελλοντικής ζήτησης, με σημαντικές επιμέρους διαφοροποιήσεις.

Ειδικότερα η τρέχουσα ζήτηση είναι πτωτική σε όλα τα επιμέρους μεγέθη, ωστόσο με εξαίρεση τις πολύ μικρές επιχειρήσεις παραμένει σε θετικό έδαφος (-4, +16 και +28 μονάδες αντίστοιχα).

Εξετάζοντας τη μελλοντική ζήτηση παρατηρούμε μια περισσότερο ομοιογενή συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από (i) έντονη πτώση (στις πολύ μικρές φθάνει τις 98 μονάδες) και (ii) αρνητικές τιμές του δείκτη για όλες τις επιμέρους κατηγορίες (-58, -36 και -42 μονάδες αντίστοιχα).

Εστιάζοντας στις προοπτικές των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της νέας κρίσης, διακρίνουμε ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στις μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις καθώς διατηρούν:

  1. Μικρά προβλήματα ρευστότητας (5% του τομέα έναντι 16% για τις μικρές και 24% για τις πολύ μικρές), χωρίς μάλιστα να παρουσιάζουν επιδείνωση στο τρέχον εξάμηνο.
  2. Υψηλό ποσοστό κερδοφόρων επιχειρήσεων το οποίο επίσης παρέμεινε αμετάβλητο παρά την κρίση της πανδημίας έναντι πτώσης 6 και 2 ποσοστιαίων μονάδων για τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις αντίστοιχα.
Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΕΤΕ: Πάνω από 1 δισ. σε επιχειρήσεις που έχουν πληγεί από την πανδημία

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων θα εγγυηθούν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων για να ανταπεξέλθουν πιο αποτελεσματικά στις προκλήσεις που θέτει η πανδημία και να επενδύσουν στο μέλλον.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΕΤΕ: Ιστορική ευκαιρία για τις ΜμΕ αποτελεί το Ταμείο Ανάκαμψης

Σε ανάλυσή της η Εθνική Τράπεζα εξετάζει τα σημεία στα οποία υστερούν οι ελληνικές ΜμΕ και πώς μέσω των ευρωπαΪκώ κονδυλίων μπορούν να καταστούν πιο ανταγωνιστικές αλλά και παραγωγικές.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στηρίζει τη μεταποίηση η Εθνική Τράπεζα με δάνεια 3 δισ. ευρώ

Όπως ανέφερε ο Βασ. Καραμούζης, διευθυντής Εταιρικής και Επενδυτικής Τραπεζικής, αν και το περιβάλλον είναι ρευστό, η ΕΤΕ προβλέπει σημαντικές χρηματοδοτήσεις για τη μεταποίηση την επόμενη τριετία.