Η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κινείται με ρυθμό περίπου 2%, σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σε πάνελ οικονομικού φόρουμ στην Κωνσταντινούπολη.
Όπως τόνισε, η Ελλάδα αποτελεί παράδειγμα ανάκαμψης μετά από βαθιά κρίση, με κινητήρια δύναμη κυρίως τις επενδύσεις, αλλά και τα σημαντικά έσοδα από τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, η χώρα μπορεί να προσφέρει σημαντικά διδάγματα για την αντιμετώπιση σύνθετων οικονομικών προκλήσεων.
Το 2019 οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν μόλις στο 11% του ΑΕΠ, ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί στο 18%. Η άνοδος προέρχεται τόσο από ιδιωτικές και ξένες άμεσες επενδύσεις όσο και από έργα που χρηματοδοτούνται μέσω του ευρωπαϊκού Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Ο κ. Στουρνάρας χαρακτήρισε την πορεία της Ελλάδας success story, επισημαίνοντας ότι η αναπτυξιακή δυναμική αναμένεται να διατηρηθεί κοντά στο 2%.
Παρά τη θετική εικόνα, ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, καθώς διαμορφώθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, έναντι 3,8% στην ευρωζώνη. Ως βασικούς παράγοντες αυτής της εξέλιξης ανέφερε τις ισχυρές επιδόσεις του τουρισμού και της ναυτιλίας.
Ο τουρισμός καταγράφει νέα ρεκόρ, ενώ η φετινή χρονιά αναμένεται να είναι από τις καλύτερες των τελευταίων ετών, παρά τις προκλήσεις. Στη ναυτιλία, η άνοδος των ναύλων λόγω της ενεργειακής κρίσης και των γεωπολιτικών εντάσεων ενισχύει τα έσοδα, αν και η διάρκεια αυτής της τάσης παραμένει αβέβαιη.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος υπογράμμισε ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι δασμοί και οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας διαμορφώνουν ένα περιβάλλον διαφορετικό από το παρελθόν. Η Ευρώπη, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, είναι περισσότερο εκτεθειμένη στις μεταβολές των όρων εμπορίου. Παρότι οι πιέσεις στις τιμές παραμένουν, η ευρωπαϊκή οικονομία εμφανίζει ανθεκτικότητα και η ανάπτυξη κινείται ελαφρώς καλύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Αναφερόμενος στη νομισματική πολιτική, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι τα πρόσφατα σοκ επηρεάζουν τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση. Οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σταθερές κοντά στο 2% και δεν διακρίνονται σημαντικές επιδράσεις δεύτερου γύρου. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η διάρκεια των ανατιμήσεων και ο τρόπος μετάδοσής τους στην οικονομία.
Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υιοθετεί ευέλικτη στάση, λαμβάνοντας αποφάσεις ανά συνεδρίαση, χωρίς προκαθορισμένη πορεία επιτοκίων, και εξηγώντας στις αγορές τη λογική των επιλογών της.
Η ελληνική κρίση, όπως και εκείνες άλλων χωρών, συνέβαλε στη δημιουργία ευρωπαϊκών εργαλείων για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ο διοικητής της ΤτΕ υπενθύμισε την παροχή έκτακτης ρευστότητας (ELA) προς τις ελληνικές τράπεζες, καθώς και τις παρεμβάσεις στην αγορά ομολόγων για την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.
«Ακόμη και το σοβαρότερο οικονομικό πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί», κατέληξε, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει πολιτική βούληση και τεχνική γνώση για τη συνεπή εφαρμογή των κατάλληλων πολιτικών.