Αντιμέτωποι με έναν ακόμη πονοκέφαλο, αυτόν της διαχείρισης του εξοπλισμού μπαταριών και φωτοβολταϊκών πάνελ, μετά την ολοκλήρωση του κύκλου ζωής τους, βρίσκονται οι επενδυτές ΑΠΕ.
Το ζήτημα αυτό απασχολεί τόσο τους παλιούς όσο και για τους νέους επενδυτές, με το κόστος διαχείρισης, τις χρηματικές εισφορές και την τήρηση των περιβαλλοντικών υποχρεώσεων να παίζουν καθοριστικό ρόλο στον σχεδιασμό των έργων τους.
«Μπλόκο» στην ηλέκτριση για όσους δεν συμμορφώνονται
Την ανάγκη αυστηρότερης εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου ανέδειξε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΑΝΑΦΩΣ, Απόστολος Τσικούρας, μιλώντας την Πέμπτη στο 8ο Renewable & Storage Forum, επισημαίνοντας ότι η ανακύκλωση φωτοβολταϊκών και μπαταριών δεν έχει αντιμετωπιστεί με την απαιτούμενη προτεραιότητα από την Πολιτεία.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν ήδη σημαντικά εργαλεία για τον εντοπισμό των υπόχρεων παραγωγών και τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους.
Ως εκ τούτου, τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ για τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, σε συνδυασμό με τα τελωνειακά δεδομένα εισαγωγής εξοπλισμού, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τον εντοπισμό επιχειρήσεων που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους.
Ο κ. Τσικούρας υποστήριξε ότι απαιτούνται εκ μέρους της Πολιτείας εντατικοποίηση των ελέγχων και επιβολή των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων, ώστε να περιοριστούν τα φαινόμενα μη συμμόρφωσης.
Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε να αποτελεί προϋπόθεση για την ηλέκτριση κάθε νέου φωτοβολταϊκού πάρκου η προσκόμιση βεβαίωσης από συλλογικό ή ατομικό σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης, η οποία θα πιστοποιεί ότι έχουν τακτοποιηθεί οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού.
Με τον τρόπο αυτό, όπως εξήγησε, η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις ανακύκλωσης θα ελέγχεται πριν από την έναρξη λειτουργίας των εγκαταστάσεων και όχι εκ των υστέρων.
Γιατί δεν μειώνονται οι εισφορές ανακύκλωσης
Πρόσθετη επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις που διαθέτουν εξοπλισμό στην αγορά είναι οι εισφορές ανακύκλωσης.
Όπως εξήγησε ο πρόεδρος της ΑΝΑΦΩΣ, όταν τα συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης δεν διαθέτουν σαφή εικόνα για τις ποσότητες που θα συγκεντρώσουν, δυσκολεύονται να διαπραγματευτούν ευνοϊκότερους οικονομικούς όρους με τις επιχειρήσεις ανακύκλωσης.
Το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση στην αγορά των μπαταριών, όπου, σύμφωνα με τον κ. Τσικούρα, σημαντικό μέρος των ποσοτήτων που έχουν εισαχθεί στη χώρα δεν συνοδεύεται από την καταβολή των προβλεπόμενων εισφορών ανακύκλωσης.
Η πρακτική αυτή, όπως είπε, δημιουργεί συνθήκες άνισου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους και εκείνων που αποφεύγουν το σχετικό κόστος.
Παλιά φωτοβολταϊκά καταλήγουν σε ρέματα
Πέρα από τις οικονομικές στρεβλώσεις, σοβαρά ερωτήματα εγείρονται και για την τύχη των φωτοβολταϊκών πάνελ που αποσύρονται από την παραγωγή.
Ο κ. Τσικούρας αναφέρθηκε σε περιπτώσεις παλιού εξοπλισμού που καταλήγει σε επιχειρήσεις συλλογής υλικών, χωρίς να ακολουθείται απαραίτητα η προβλεπόμενη διαδικασία ανακύκλωσης.
Όπως σημείωσε, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις εξαγωγές μεταχειρισμένων φωτοβολταϊκών προς αφρικανικές χώρες, αλλά επεκτείνεται και σε περιστατικά ανεξέλεγκτης απόρριψης.
Ενδεικτικά, περιέγραψε περιστατικό, πιθανότατα στην περιοχή της Κατερίνης, όπου φωτοβολταϊκά πάνελ, από τα οποία είχε προηγουμένως αφαιρεθεί το αλουμίνιο, απορρίφθηκαν σε ρέμα.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η Φωτοκύκλωση ανέλαβε πρόσφατα τη διευθέτηση του ζητήματος, ενώ ο δήμος επιβαρύνθηκε με το κόστος συλλογής των αποβλήτων.
Προοπτική μείωσης του κόστους έως το 2028
Στο πεδίο της ανακύκλωσης μπαταριών, η τεχνολογική πρόοδος δημιουργεί προσδοκίες για μείωση του κόστους τα επόμενα χρόνια.
Η σύμβουλος στρατηγικής ανάπτυξης της RE-Battery, Σοφία Χούμα, παρουσίασε στο ίδιο συνέδριο έναν εναλλακτικό μηχανισμό εκπλήρωσης των οικονομικών υποχρεώσεων των παραγωγών μπαταριών αποθήκευσης.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, για τη συγκεκριμένη κατηγορία προβλέπεται δυνατότητα κάλυψης του μεγαλύτερου μέρους της χρηματικής εισφοράς μέσω εγγυητικής επιστολής ή ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αντί της άμεσης καταβολής ολόκληρου του ποσού.
Ειδικότερα, ο υπόχρεος παραγωγός δηλώνει την ποσότητα μπαταριών που διαθέτει στην αγορά, σε τόνους, και βάσει αυτής υπολογίζεται η συνολική εισφορά. Από το ποσό αυτό καταβάλλει άμεσα σε μετρητά μόλις το 2%, ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται από εγγυητική καλής πληρωμής ή ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεκαετούς διάρκειας.
Παράλληλα, η RE-Battery έχει δεσμευτεί να υποβάλλει επικαιροποιημένο επιχειρησιακό σχέδιο ανά διετία, αντί της πενταετίας που προβλέπει το νομοθετικό πλαίσιο, ώστε να ενσωματώνονται ταχύτερα οι ενδεχόμενες μειώσεις του κόστους διαχείρισης.
Εφόσον οι σχετικές αναπροσαρμογές εγκριθούν από τον Ελληνικό Οργανισμό Ανακύκλωσης, θα μπορούν να οδηγήσουν σε χαμηλότερες χρηματικές εισφορές.
Η κ. Χούμα εμφανίστηκε αισιόδοξη για τις προοπτικές του κλάδου, εκτιμώντας ότι η ταχεία εξέλιξη των τεχνολογιών ανακύκλωσης μπαταριών λιθίου θα επιτρέψει σημαντική αποκλιμάκωση του κόστους μέσα στην επόμενη πενταετία.
«Μπορώ να σας πω με πολύ μεγάλη βεβαιότητα ότι η τιμή για το 2030 θα έρθει πολύ νωρίτερα, ίσως και το 2028», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Χωρίς οικονομικά κίνητρα δύσκολα θα προχωρήσουν οι επενδύσεις
Στην ανάγκη διαμόρφωσης μιας οικονομικά βιώσιμης αγοράς ανακύκλωσης εστίασε και ο Θάνος Μπουρτσάλας, Principal, Strategy & Transactions της Deloitte και καθηγητής στο Columbia University Climate School.
Όπως επισήμανε, οι διαθέσιμες τεχνολογίες ανάκτησης υλικών από μπαταρίες μπορούν να επιτύχουν υψηλές αποδόσεις, ωστόσο συνοδεύονται από ιδιαίτερα αυξημένο κόστος επένδυσης και λειτουργίας.
Η υδρομεταλλουργία, η πυρομεταλλουργία και ο ηλεκτρολυτικός εξευγενισμός αποτελούν ήδη καθιερωμένες τεχνολογικές διαδικασίες στον τομέα των μετάλλων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αξιοποίησή τους στην ανακύκλωση μπαταριών είναι οικονομικά εύκολη.
Αντιθέτως, σύμφωνα με τον κ. Μπουρτσάλα, η ανάπτυξη της σχετικής βιομηχανίας προϋποθέτει σημαντικές επενδύσεις, επαρκείς ποσότητες αποβλήτων και κατάλληλα οικονομικά κίνητρα.
Μία από τις λύσεις που πρότεινε είναι η δημιουργία κεντρικών εγκαταστάσεων συλλογής και αξιοποίησης υλικών, οι οποίες θα μπορούν να εξυπηρετούν μεγαλύτερους όγκους αποβλήτων και να επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας.
Όπως εξήγησε, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού (Extended Producer Responsibility - EPR) και την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» ασκούν ήδη πίεση στις επιχειρήσεις, χωρίς ωστόσο να επαρκούν από μόνες τους για την ανάπτυξη οικονομικά βιώσιμων δραστηριοτήτων ανακύκλωσης.
Για να προχωρήσουν οι επενδύσεις, απαιτούνται, σύμφωνα με τον ίδιο, οικονομικά κίνητρα και σαφείς κατευθύνσεις που θα επιτρέψουν στη βιομηχανία να αναπτύξει κερδοφόρες δραστηριότητες στον συγκεκριμένο τομέα.