Τα μαξιλάρια ασφαλείας που διατηρούν οι ελληνικές τράπεζες, όπως η Eurobank, η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς, η Alpha Bank, η CrediaBank και η Optima Bank, παραμένουν ισχυρά για τη διαχείριση αναδυόμενων κινδύνων, σύμφωνα με ανάλυση του οίκου Moody's.
Ο διεθνής οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης αξιολογεί θετικά τη θέση των τραπεζών απέναντι στις προκλήσεις που επισημάνθηκαν στην πρόσφατη Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος επισημαίνει ότι η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών συνεχίστηκε και στο πρώτο εξάμηνο του 2026, αναδεικνύοντας 4 βασικούς αναδυόμενους κινδύνους: τη νέα καθαρή εισροή μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL), το υψηλό ποσοστό αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTC), τις εξελιγμένες κυβερνοαπειλές και το αβέβαιο μακροοικονομικό περιβάλλον.
Η Moody's εκτιμά ότι αυτοί οι κίνδυνοι είναι διαχειρίσιμοι και δεν απαιτούν αλλαγή στα πιστωτικά προφίλ των τραπεζών σε αυτή τη φάση.
Σύμφωνα με την ανάλυση, «η ισχυρή κερδοφορία, η κεφαλαιακή επάρκεια και η άφθονη ρευστότητα σημαίνουν ότι διαθέτουν σημαντική ικανότητα απορρόφησης ζημιών. Ωστόσο, η επίδραση αυτών των κινδύνων θα εξαρτηθεί από την έντασή τους. Μια απότομη αύξηση νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως σε συνδυασμό με ένα εξωτερικό σοκ, θα έθετε σε δοκιμασία τα μαξιλάρια ασφαλείας των τραπεζών», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Ο αμερικάνικος οίκος αναφέρει ότι οι ελληνικές τράπεζες πέτυχαν απόδοση ενεργητικού 1,3% και απόδοση ιδίων κεφαλαίων 12,1% το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 37,8%, αρκετά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρώπης (54,6%). Παράλληλα, ο βασικός κεφαλαιακός δείκτης (CET1) ανήλθε σε 14,8% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 16% για τις ευρωπαϊκές τράπεζες υπό την εποπτεία της ΕΚΤ. Η ποιότητα του ενεργητικού παρέμεινε ισχυρή, με δείκτη NPL στο 3,4% και δείκτη δανείων προς καταθέσεις 63,5%, περίπου 40 μονάδες χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Οι 4 αναδυόμενοι κίνδυνοι για τις ελληνικές τράπεζες
Παρά το θετικό περιβάλλον, ο Moody's επισημαίνει ότι οι τέσσερις τομείς αναδυόμενων κινδύνων που εντοπίστηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις επιδόσεις των τραπεζών, εάν εκδηλωθούν με μεγαλύτερη ένταση.
Ειδικότερα, ο οίκος σημειώνει τα εξής:
- Νέα δημιουργία NPL: Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, περίπου 1,7 δισ. ευρώ ενήμερων δανείων μετατράπηκαν σε μη εξυπηρετούμενα, ενώ μόνο 388 εκατ. ευρώ από τα "κόκκινα" δάνεια επανήλθαν σε κανονική εξυπηρέτηση. Το απόθεμα NPL αυξήθηκε κατά 9,3% στην περίοδο, με τον σχετικό δείκτη να παραμένει σταθερός στο 3,4%. Η πίεση στην ποιότητα του ενεργητικού εντοπίζεται κυρίως σε πολύ μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
- Ποιότητα κεφαλαίου: Οι αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (DTC) αποτελούσαν το 36% του κεφαλαίου CET1 τον Ιούνιο του 2026, περιορίζοντας την ποιότητα κεφαλαίου. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε σχέση με το τέλος του 2025, καθώς οι τράπεζες επιτάχυναν την απόσβεση των DTC.
- Κυβερνοκίνδυνος και λειτουργικός κίνδυνος: Η αύξηση των εξελιγμένων κυβερνοεπιθέσεων και η εξάρτηση από τρίτους παρόχους τεχνολογίας απαιτούν ενίσχυση της ψηφιακής ανθεκτικότητας. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνουν τον κίνδυνο στοχευμένων επιθέσεων στη χρηματοπιστωτική υποδομή, ενώ η κοινωνική μηχανική και η απάτη μέσω εξουσιοδοτημένων πληρωμών παρουσιάζουν άνοδο.
- Μακροοικονομικοί και γεωπολιτικοί κίνδυνοι: Οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις και οι αυξημένες τιμές ενέργειας εντείνουν τον πληθωρισμό και διαταράσσουν το εμπόριο, με πιθανές επιπτώσεις στις επενδύσεις και τις επιχειρηματικές αποφάσεις.
Σύμφωνα με τον Moody's, «το βασικό μας σενάριο για τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες δεν προβλέπει σημαντική μεταβολή σε κανέναν από αυτούς τους κινδύνους κατά τους επόμενους 12-18 μήνες. Ωστόσο, μια απότομη αύξηση των NPL, ιδίως εάν συνδυαζόταν με εξωτερικό σοκ, θα υπονόμευε τα οφέλη που έχουν επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την ποιότητα ενεργητικού και θα επιβράδυνε τη δημιουργία κεφαλαίου. Σε ένα τέτοιο σενάριο, πιθανόν θα επανεξετάζαμε την εκτίμησή μας για τα πιστωτικά προφίλ αυτών των τραπεζών, με αντανάκλαση στις αξιολογήσεις και τις προοπτικές τους».