ΓΔ: 1452.2 -1.32% Τζίρος: 57.74 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 15:29:30 ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ
Φωτο: Shutterstock

Ο μακρύς και αμφίβολος δρόμος της επιστροφής στην κανονικότητα

Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη.
Η Ελλάδα έχει καταφέρει να αφήσει πίσω τη μεγάλη κρίση και δανείζεται με επιτόκια επενδυτικής βαθμίδας, ωστόσο δεν φαίνεται να υπάρχει σοβαρό αναπτυξιακό σχέδιο για να βελτιωθεί η θέση της χώρας στην Ευρωζώνη.

Με τις προσδοκίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων να έχουν αναρριχηθεί σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, το κόστος δανεισμού να υποχωρεί σε επίπεδα που παραπέμπουν σε μια κανονική χώρα της ευρωζώνης και το χρηματιστήριο να φιγουράρει στις πρώτες θέσεις των αποδόσεων παγκοσμίως, η Ελλάδα φαίνεται πως αφήνει οριστικά πίσω την κρίση και εισέρχεται σε μια αναπτυξιακή περίοδο.

Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στην κατεύθυνση αυτή: οι τιμές των ακινήτων ενισχύονται, η αγορά εργασίας ανακάμπτει, το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αυξάνεται, το τραπεζικό σύστημα ενισχύεται, οι επενδύσεις ανακάμπτουν.

Η χώρα ανακάμπτει και ο κόσμος βλέπει το μέλλον του πιο αισιόδοξα, απελευθερωμένος, επιτέλους, από την πολυετή πίεση της ακραίας αστάθειας, της μεγάλης αβεβαιότητας και των τυχοδιωκτισμών που έφεραν τη χώρα ένα βήμα πριν την ολοκληρωτική οικονομική καταστροφή (κάτι που οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούν).

Όμως η τόσο αναγκαία, μετά από μια δεκαετία κρίσης, ψυχολογική εκτόνωση και ανακούφιση των πολιτών κινδυνεύει να οδηγήσει σε εφησυχασμό, ότι όλα τα προβλήματα τελείωσαν, και στη δημιουργία νέων ψευδαισθήσεων για το μέλλον και την κατάσταση της χώρας. Η χώρα απέχει πολύ από την επιστροφή στην κανονικότητα και κυρίως την επίτευξη μιας πορείας που θα την επαναφέρει σε τροχιά σύγκλισης με την ευρωζώνη.

Μια όχι και τόσο αισιόδοξη πραγματικότητα

Μπορεί τα επιτόκια να θυμίζουν χώρα της επενδυτικής βαθμίδας (investment grade), ωστόσο πρόκειται για μια εικόνα καθαρά συγκυριακή: οφείλεται περισσότερο στη διεθνή συγκυρία και λιγότερο στα επιτεύγματα της ελληνικής οικονομίας. Για την επανακατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, που χάθηκε το 2010, απαιτείται πολύς δρόμος ακόμα. Η κυβέρνηση θεωρεί εφικτή την αναβάθμιση – ορόσημο σε investment grade στο δεύτερο εξάμηνο του 2021 ωστόσο οι πιο συντηρητικοί θεωρούν πιο πιθανή την επίτευξη του στόχου στο πρώτο εξάμηνο του 2022.

Για να γίνει αυτό απαιτείται δημοσιονομική πειθαρχία, επιτάχυνση των ρυθμών ανάπτυξης, υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και την δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των τραπεζών στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ακόμα και αν όλα πάνε καλά και οι τράπεζες καταφέρουν να φέρουν εις πέρας τα φιλόδοξα σχέδια μείωσης των κόκκινων που υλοποιούν, στο τέλος του 2021 ο δείκτης των προβληματικών δανείων θα είναι κοντά στο 10% (από 40% σήμερα), επίπεδο υπερτριπλάσιο του μέσου ευρωπαϊκού όρου.

Τα οικονομικά μεγέθη ασφαλώς και βελτιώνονται αλλά η βελτίωση είναι αναιμική ειδικά για μια χώρα που έχασε σε λίγα χρόνια το 25% του ΑΕΠ. Οι άλλες χώρες που βγήκαν από προγράμματα προσαρμογής σημείωσαν πολύ υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης καλύπτοντας γρήγορα το χαμένο έδαφος. Οι αναιμικοί ρυθμοί ανάπτυξης αποτελούν έναν ηχηρό «συναγερμό» για τα δομικά προβλήματα της οικονομίας και της χώρας που δεν έχουν επιλυθεί, στον οποίο ωστόσο κανείς δεν φαίνεται να δίνει προσοχή.

Η ανεργία μειώνεται ωστόσο οι συνθήκες στην αγορά εργασίας δεν θυμίζουν ευρωπαϊκή χώρα: μισθοί των 500 ευρώ για ένα μεγάλο κομμάτι, ειδικά των νέων, εργαζομένων και πλήρης ασυδοσία (με την εξαίρεση των πολύ λίγων μεγάλων επιχειρήσεων). Παράλληλα το ποσοστό της μακροχρόνιας ανεργίας παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Η υπερφορολόγηση και οι υπερβολικές εισφορές, ειδικά στις καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, αποτελούν ανυπέρβλητα εμπόδια για τις περισσότερες επιχειρήσεις για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Ελάχιστη κουβέντα γίνεται και για το δημόσιο χρέος, λες και δεν μας αφορά. Παρά τη σημαντική βελτίωση της βιωσιμότητάς του (με τα μέτρα που αποφασίστηκαν από το Eurogroup τα προηγούμενα χρόνια) μέχρι το 2032, το δημόσιο χρέος παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα δημιουργώντας μεγάλες αβεβαιότητες για την βιωσιμότητά του σε βάθος χρόνου, ειδικά υπό το πρίσμα της αρνητικής δυναμικής του δημογραφικού.

Με αυτόματο πιλότο το... χθες

Για να πετύχει την πραγματική έξοδο από την κρίση η Ελλάδα θα πρέπει να πετύχει ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερους από τα σημερινά επίπεδα του 2% και μάλιστα σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα! Προοπτική εξαιρετικά αμφίβολη δεδομένων των μεγάλων διαρθρωτικών προβλημάτων. Προς το παρόν η χώρα φαίνεται ότι επιστρέφει σε μια κανονικότητα, αλλά σε μια κανονικότητα που θυμίζει πολύ το χθες και τις συνθήκες που οδήγησαν στην κρίση και το αδιέξοδο.

Ο κεντρικός πυρήνας του προβλήματος της χώρας η οριζόντια και κάθετη ανεπάρκεια της δημόσιας διοίκησης, παραμένει και καραδοκεί. Τα χρόνια της κρίσης όχι μόνο δεν επιχειρήθηκε κάποια σοβαρή προσπάθεια ανασυγκρότησης και εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης αλλά οι συνθήκες επιδεινώθηκαν: οι εφορίες λειτουργούν με ηλεκτρονικά συστήματα που παραπέμπουν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η παιδεία θυμίζει τη δεκαετία του 1980, η κατάσταση στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης είναι χαοτική, τα δικαστήρια βρίσκονται σε μια κατάσταση μόνιμου εμφράγματος, τα νοσοκομεία όπως και οι περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες σε πλήρη αποδιοργάνωση. Το μόνο που ξεπερνά την αποδιοργάνωση της κεντρικής δημόσιας διοίκησης είναι η αποδιοργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Από την πολύνεκρη φωτιά στο Μάτι και την προχθεσινή ταλαιπωρία στην Εθνική Οδό εξαιτίας μια μικρής χιονόπτωσης, την έκδοση μιας απλής άδειας για την υλοποίηση μιας μικρής επένδυσης, την αλλαγή στοιχείων στο ΕΦΚΑ, μέχρι την επιστροφή στην υπηρεσία καταδικασμένων διευθυντών φυλακών επειδή δεν έχει προλάβει να εξετάσει την περίπτωσή τους το πειθαρχικό (αλήθεια γιατί χρειάζεται πειθαρχικό για κάποιον που έχει συλληφθεί και καταδικαστεί...) όλα αποτυπώνουν μια σοκαριστική εικόνα της (μη) λειτουργίας της χώρας.

Τίποτα στη δημόσια διοίκηση δεν θυμίζει, στο ελάχιστο, ευρωπαϊκή χώρα.

Η κατάταξη της χώρας στο Doing Business 2019 είναι χαρακτηριστική: υποχωρεί στην 79η θέση (μεταξύ 190 χωρών) από 72ή το 2018 με την εικόνα σε κρίσιμες πτυχές για τους επενδυτές να παραπέμπει σε τριτοκοσμική χώρα: 156η στις διαδικασίες καταχώρησης ακίνητης περιουσίας και 146ή στη διευθέτηση διαφορών. Μόνο σε μια κοινωνία όπου άλλα λέμε, άλλα κάνουμε και σε άλλα πιστεύουμε θα μπορούσε να γίνεται τόση κουβέντα για την προσέλκυση επενδύσεων χωρίς να έχει λυθεί το υπ αριθμόν ένα πρόβλημα - εμπόδιο για την προσέλκυση επενδύσεων: η δικαιοσύνη.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εκλέχθηκε προτάσσοντας την ανάγκη μεταρρυθμίσεων, ωστόσο μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να ακουμπά τα μεγάλα δομικά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης, ακολουθώντας συνταγές (φοροαπαλλαγές χωρίς διεύρυνση φορολογικής βάσης, τόνωση ακινήτων, επιδοματικές πολιτικές κ.α.) περασμένων δεκαετιών οι οποίες δεν μπορούν να οδηγήσουν την οικονομία και τη χώρα μακρυά. 

Εμείς και οι άλλοι

Η κυβέρνηση, όπως και η προηγούμενη κυβέρνηση του Σύριζα, υπογραμμίζει με έμφαση και πανηγυρικά τη βελτίωση των μεγεθών και τις θετικές προοπτικές της οικονομίας. Η βελτίωση είναι μεν πραγματική, ωστόσο αφορά την κατάσταση της Ελλάδας σήμερα, σε σχέση με την κατάσταση της Ελλάδας χθες. Ελάχιστη κουβέντα γίνεται για την θέση της Ελλάδας σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης.

Το 2019 η συμμετοχή της Τράπεζας της Ελλάδος στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΚΤ μειώθηκε στο 1,7292% από 2,0332%, αποτυπώνοντας την υποχώρηση του ειδικού βάρους της χώρας: τα μερίδια συμμετοχής των εθνικών κεντρικών τραπεζών στο κεφάλαιο της ΕΚΤ σταθμίζονται, σε ίση αναλογία, σύμφωνα με τα μερίδια συμμετοχής των αντίστοιχων κρατών-μελών στον συνολικό πληθυσμό και στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Η χώρα μας συρρικνώνεται οικονομικά και πληθυσμιακά.

Η Ελλάδα έχει αποκοπεί εδώ και καιρό από τον πυρήνα της ΕΕ, την Ευρωζώνη λόγω της βύθισης του ΑΕΠ στα χρόνια της κρίσης και δεν υπάρχει σοβαρό σχέδιο για την επάνοδο της χώρας σε τροχιά σύγκλισης. Αντίθετα η απόκλιση διευρύνεται, με την ψηφιακή επανάσταση, η οποία μετασχηματίζει συθέμελα τις δυτικές κοινωνίες, εδώ να μας απασχολεί κυρίως σε συνέδρια και εκδηλώσεις.

Η αναιμική οικονομική βελτίωση των τελευταίων ετών φαίνεται ότι είναι υπεραρκετή για το εγχώριο πολιτικό προσωπικό και την κυβέρνηση αφήνοντας τη χώρα στον αυτόματο πιλότο μιας δημόσιας διοίκησης περασμένων δεκαετιών. Έτσι η χώρα όχι μόνο δεν μπορεί να παρακολουθήσει την πρόοδο και τις εξελίξεις που συντελούνται στην ευρωζώνη αλλά χρόνο με το χρόνο χάνει έδαφος ακόμα και σε σχέση με τις γειτονικές Βαλκανικές χώρες οι οποίες παρά το χαμηλό σημείο εκκίνησης και τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν φαίνονται περισσότερο αποφασισμένες και συγκροτημένες να διεκδικήσουν ένα καλύτερο μέλλον για τους πολίτες τους.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ECB, European Central Bank, EKT, Evropaiki Kentriki Trapeza
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Φρενάρει» τις προσδοκίες η ΕΚΤ για την επόμενη μείωση των επιτοκίων

Βέβαιη θεωρείται η μείωση κατά 0,25% στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, με τον επικεφαλής οικονομολόγο της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, να τονίζει ότι δεν υπάρχει, ακόμη, σχεδιασμός για συνεχείς περικοπές στα επιτόκια.
επιτοκια, rates, ecb, εκτ, τραπεζες
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Υψηλά επιτόκια και φέτος «βλέπουν» οι τράπεζες, αισθητές μειώσεις από το 2025

Μικρή αποκλιμάκωση του Euribor το τρέχον έτος και σημαντικότερη μείωση τη διετία 2025 - 2026 προβλέπουν οι τραπεζικές διοικήσεις στα νέα επιχειρησιακά τους σχέδια. Στο 2,40% - 2,70% θα πέσει το Euribor 3μήνου το 2026.
ECB, European Central Bank, EKT, Evropaiki Kentriki Trapeza
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αισιοδοξία από την ΕΚΤ για τον πληθωρισμό, άφησε αμετάβλητα τα επιτόκια

Μειώνει τις εκτιμήσεις της για τον πληθωρισμό η τράπεζα, ο οποίος εκτιμάται ότι θα φθάσει φέτος στο 2,3% από 2,7% προηγούμενη πρόβλεψη και θα πέσει από τον στόχο του 2% το 2026. «Ασθενής» ανάπτυξη 0,6% για το 2024 στην ευρωζώνη.
Ellada, Greece, Oikonomia
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Νίκησε» την ευρωζώνη η ελληνική οικονομία με αιχμή την αύξηση επενδύσεων

Παρά τις δυσμενείς γεωπολιτικές εξελίξεις, η Ελλάδα διατήρησε ρυθμό ανάπτυξης υψηλότερο από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, καθώς ενισχύθηκε το μερίδιο των επενδύσεων στην οικονομία. Ανάλυση από την Alpha Bank.