ΓΔ: 2265.13 -0.49% Τζίρος: 245.42 εκ. € Τελ. ενημέρωση: 17:25:01
Φώτο: FinForum

Ηλ. Λεκκός: Τα κρίσιμα ρίσκα του 2026 και οι προοπτικές της Ελλάδας

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Τρ. Περαιώς, Ηλίας Λεκκός, μιλά στο BD για τις καταιγιστικές διεθνείς εξελίξεις, την ανθεκτικότητα των αγορών - οικονομιών και τους κινδύνους στις ΗΠΑ. Τι εκτιμά για την εγχώρια οικονομία, την αγορά ακινήτων και τις τράπεζες.

Αισιόδοξος για τις προοπτικές και δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας αλλά και για την κατάσταση στη διεθνή οικονομία εμφανίζεται ο Επικεφαλής Οικονομολόγος της Τράπεζας Πειραιώς, Ηλίας Λεκκός, σε συνέντευξη-podcast στο Business Daily

Αν και το ξεκίνημα του 2026 μοιάζει να επιβεβαιώνει ότι οι «ανωμαλίες» έχουν γίνει «κανονικότητα», οι αγορές και η παγκόσμια οικονομία εμφανίζονται αξιοσημείωτα ανθεκτικές, παρά τον καταιγισμό αρνητικών ειδήσεων.

Αυτό ακριβώς το παράδοξο επιχειρεί να εξηγήσει κ. Λεκκός, σκιαγραφώντας τη μεγάλη εικόνα για το νέο έτος: μια χρονιά που μπορεί να είναι λιγότερο «χαοτική» απ’ όσο φαίνεται στην επιφάνεια, αλλά ταυτόχρονα πιο ευάλωτη σε θεσμικά και νομισματικά σοκ με παγκόσμιες συνέπειες.

Όπως σημειώνει, παρά τα μεγάλα γεωπολιτικά γεγονότα και τη μεταβλητότητα που αυτά συνήθως προκαλούν, «η πορεία και των αγορών και των οικονομιών συνεχίζει σαν να μην συμβαίνει τίποτα». 

Και εδώ εδράζεται το βασικό επιχείρημά του: το μεγαλύτερο μέρος της αβεβαιότητας, κατά έναν τρόπο, έχει ήδη απορροφηθεί.

Ηλίας Λεκκός

O Επικεφαλής Οικονομολόγος της Τράπεζας Πειραιώς, Ηλίας Λεκκός

Γιατί οι αγορές δεν «τρομάζουν» όσο θα περιμέναμε

Σύμφωνα με τον κ. Λεκκό, μεγάλο μέρος των πρόσφατων αναταράξεων έχει αφετηρία τις πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ

Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι βασικές οικονομικές επιλογές έχουν ήδη περάσει από τη θεωρία στην πράξη. Οι επενδυτές, με άλλα λόγια, δεν προσπαθούν πλέον να μαντέψουν τι θα κάνει, αλλά αξιολογούν κάτι που ήδη εφαρμόζεται.

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «το μεγάλο μέρος της αβεβαιότητας και της μεταβλητότητας το έχουμε αφήσει πίσω μας», ακριβώς επειδή «το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών πολιτικών του έχει ήδη υλοποιηθεί». 

Σε αυτή τη λογική, οι ειδήσεις υψηλής έντασης δεν λειτουργούν πιά σαν κεραυνός εν αιθρία, αλλά σαν εξέλιξη μέσα σε ένα γνωστό πλαίσιο.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, παρά τις ανησυχίες που υπήρχαν πριν από την επιβολή των δασμών, δεν επαληθεύτηκαν τα πιο ακραία σενάρια. 

Η κυρίαρχη πρόβλεψη πολλών οικονομολόγων ήταν ότι ένα τέτοιο περιβάλλον θα οδηγούσε τις ΗΠΑ σε στασιμοπληθωρισμό: χαμηλή ανάπτυξη με υψηλό πληθωρισμό. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πιο σύνθετη. 

Η ανάπτυξη διατηρείται, ο πληθωρισμός παραμένει αυξημένος, αλλά όχι σε επίπεδα που προκαλούν πανικό. «Όλοι προέβλεπαν ένα φαινόμενο στασιμοπληθωρισμού στις ΗΠΑ… Ωστόσο, δεν το έχουμε δει αυτό», τονίζει ο κ. Λεκκός.

Η εξήγηση που δίνει δεν είναι ότι οι δασμοί είναι ακίνδυνοι. Αντιθέτως, τους θεωρεί μακροχρόνια αρνητικούς. 

Όμως επισημαίνει ότι σήμερα ο ορίζοντας όλων είναι εξαιρετικά βραχυχρόνιος. 

«Στο μέτρο που οι επιπτώσεις δεν φαίνονται άμεσα, οι αγορές είναι διατεθειμένες να συμπλεύσουν», σημειώνει, αποτυπώνοντας μια πραγματικότητα όπου η αγορά συχνά “ανταμείβει” το τώρα και όχι τις μελλοντικές παρενέργειες.

Το μεγάλο ρίσκο για το 2026: Επιτόκια και Fed

Αν υπάρχει όμως ένα πεδίο όπου ο κ. Λεκκός ξεχωρίζει ως μεγάλη εστία ανησυχίας που δυνητικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγάλες περιπέτειες της ΗΠΑ αλλά και ευρύτερα, αυτό είναι η νομισματική πολιτική. 

Πρόκειται για ένα κομμάτι από τις πολιτικές Τραμπ που ακόμη δεν έχει κατορθώσει να επιβάλει με αποτέλεσμα να ανοίξει μέτωπο αντιπαράθεσης με τη διοίκηση της FED.

«Ένα πράγμα που θα μπορούσε να δημιουργήσει πολύ μεγάλη μεταβλητότητα και αβεβαιότητα… το 2026, θα το εντόπιζα… στο κομμάτι της νομισματικής πολιτικής», σημειώνει.

Η σύγκρουση με τον Πάουελ έχει συγκεκριμένη στόχευση: την ταχύτερη αποκλιμάκωση επιτοκίων κάτι που η νυν διοίκηση της FED, αξιολογώντας τα δεδομένα της οικονομίας, δεν πράττει. 

Ωστόσο τον Μάιο ολοκληρώνεται η θητεία Πάουελ, άρα από τον Ιούνιο η FED περνά σε νέα ηγεσία, και όπως εκτιμά ο κ. Λεκκός, «είναι πολύ πιθανό να περιμένουμε ότι θα είναι κάποιος που σε μεγάλο βαθμό θα υιοθετεί αυτή την ατζέντα για χαμηλότερα επιτόκια».

Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο τα βραχυχρόνια επιτόκια. 

«Δεν νομίζω ότι… θέλει να περιοριστεί στον έλεγχο των βραχυχρόνιων επιτοκίων», τονίζοντας πώς υπό φυσιολογικές συνθήκες, όταν πέφτουν τα βραχυχρόνια, ακολουθούν προς τα κάτω και τα μακροπρόθεσμα με βάση τα οποία διαμορφώνεται το πραγματικό κόστος του χρέους και της στεγαστικής πίστης.

Ωστόσο πρόκειται για πολιτική υψηλού οικονομικού ρίσκου.

Αν όμως οι επενδυτές φοβηθούν ότι η ανεξαρτησία της Fed διαβρώνεται, ή ότι το χρέος διογκώνεται χωρίς φρένο, η αγορά μπορεί να αντιδράσει βίαια και απρόβλεπτα. 

Εκεί εμφανίζεται η πραγματική αστάθεια: όχι στα βραχυχρόνια επιτόκια ως αριθμός, αλλά στην εμπιστοσύνη που βρίσκεται πίσω από αυτά.

Χρέος και ελλείμματα: το μεγάλο βάρος των ΗΠΑ

Εξίσου μεγάλους κινδύνους εμπεριέχει και η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ.

Ο κ. Λεκκός υπογραμμίζει με ανησυχία για τον κίνδυνο παγίωσης υψηλού ελλείμματος στις ΗΠΑ το οποίο, συν το χρόνο, μπορεί να θέσει ζήτημα βιωσιμότητας.

«Με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο φαίνεται ότι το έλλειμμα στις ΗΠΑ θα παγιωθεί στα επίπεδα του 6–7%». Και προσθέτει ότι αυτό δεν θα φύγει εύκολα ούτε μετά: «δεν θα είναι μόνο για ένα-δύο χρόνια… θα είναι πάρα πολύ δύσκολο… να αντιστρέψει αυτή την πολιτική».

Και υπενθυμίζει την ελληνική εμπειρία: «το ξέρουμε και από την ελληνική εμπειρία: όταν τα ελλείμματα παγιωθούν, είναι μετά πάρα πολύ δύσκολο να αντιστραφούν». 

Πρόκειται για κομβικό σημείο που μετατρέπει το δημοσιονομικό από τεχνική συζήτηση σε θεσμικό πρόβλημα που μπορεί να οδηγήσει σε μεγάλες περιπέτειες.

Το 10ετές ομόλογο και το σημείο καμπής του 5%

Στο επίπεδο της αγοράς, υπάρχει ένας πρακτικός κανόνας: όταν η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ανεβαίνει πολύ, η πίεση στην οικονομία και στο κόστος εξυπηρέτησης χρέους γίνεται έντονη.

 «Όταν η αμερικανική δεκαετία περάσει το 5%, δημιουργείται πρόβλημα», τονίζει ο κ. Λεκκός.

Το πρόβλημα αφορά την εξυπηρέτηση του χρέους, αλλά και μια πιο ευαίσθητη αλυσίδα επιπτώσεων: όταν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια ανεβαίνουν, το χρηματιστήριο παύει να ωφελείται και η σχέση μπορεί να γυρίσει ανάποδα. 

«Η συσχέτιση με το αμερικανικό χρηματιστήριο γίνεται αρνητική», λέει.

Τουτέστιν υπάρχει κίνδυνος να διαταραχθεί η εμπιστοσύνης στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου ενεργοποιώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Ακρίβεια, στεγαστικά και πολιτική πίεση για χαμηλότερα επιτόκια

Και δεν είναι μόνο θέμα κράτους και χρέους. Ένα δεύτερο κίνητρο για την πίεση προς χαμηλότερα επιτόκια είναι οι κοινωνικό – οικονομικές επιπτώσεις.

Το 10ετές λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τα στεγαστικά δάνεια, άρα επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα και την κοινωνική πίεση.

Ο κ. Λεκκός το συνδέει με την κοινωνική εικόνα: «υπάρχει η αίσθηση ότι τα μεσαία και κατώτερα εισοδηματικά στρώματα στις ΗΠΑ πιέζονται». 

Αυτό που με μία λέξη αποκαλούμε «ακρίβεια» και ταλαιπωρεί πολλές χώρες και κοινωνίες. 

Και αυτή η πίεση σύμφωνα με την αναλύσει του Επικεφαλής Οικονομολόγου της Τράπεζας Πειραιώς μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα ποσοτική χαλάρωση,

«Παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από το 2%, μπορεί να δούμε κινήσεις που να μοιάζουν με ποσοτική χαλάρωση», ακόμη κι αν η οικονομία δεν τις χρειάζεται με τον κλασικό τρόπο. 

Το μήνυμα του κ. Λεκκού, που ίσως αποτελεί και άλλη μια εστία ανησυχίας, είναι ότι το 2026 μπορεί να φέρει μια πολιτικά - οδηγούμενη χαλάρωση, χωρίς τεχνοκρατική τεκμηρίωση.

Η αγορά περιμένει 2 μειώσεις, ίσως δούμε εκπλήξεις

Στο επίπεδο των προσδοκιών, η αγορά περιμένει σχετικά ήπια χαλάρωση/

«Η αγορά περιμένει… δύο μειώσεις από 25 μονάδες βάσης» μέσα στο 2026. Όμως ο Λεκκός κρατά ανοιχτό το σενάριο υπέρβασης: «πιστεύω ότι εάν το επιτρέψουν οι συνθήκες, θα δούμε μειώσεις πολύ περισσότερες».

Το κρίσιμο σημείο είναι το εξής: αν οι αγορές θεωρήσουν ότι υπονομεύεται η θεσμική ανεξαρτησία ή ότι επιχειρείται μια τεχνητή πίεση στη μακρά διάρκεια, η εμπιστοσύνη μπορεί να κλονιστεί. 

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η λογική συνέπεια είναι η αποδυνάμωση του δολαρίου. «Θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στο δολάριο… γιατί θα κλονιστεί η εμπιστοσύνη», υπογραμμίζει. 

Παράδοξα, όμως, η χρηματιστηριακή αγορά μπορεί να ωφεληθεί.

Αυτό είναι και το βασικό δίλημμα του 2026: η σταθερότητα μπορεί να διατηρηθεί όσο οι αγορές «βλέπουν» άμεσα οφέλη, αλλά οι θεσμικές παρενέργειες συχνά εμφανίζονται σε δεύτερο χρόνο και κάποιες φορές με οδυνηρές συνέπειες.

Η αμερικανική οικονομία ως οικονομία «δύο ταχυτήτων»

Ο κ. Λεκκός παρατηρεί ότι οι ΗΠΑ λειτουργούν σαν οικονομία δύο επιπέδων. 

Οι μεγάλες επιχειρήσεις και τα υψηλά εισοδήματα ωφελούνται δυσανάλογα από φορολογικές επιλογές και χρηματοοικονομικές συνθήκες και στηρίζουν μεγάλο μέρος της κατανάλωσης. 

«Το 10% των ανώτερων εισοδηματικών κλιμακίων είναι υπεύθυνο περίπου για το 50% της κατανάλωσης», επισημαίνει ο κ. Λεκκός, δείχνοντας ότι η ανισότητα δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα, αλλά και μακροοικονομικός μηχανισμός.

Η εικόνα για την Ελλάδα: ανάπτυξη 2%, αλλά μπορούμε καλύτερα

Σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία, το 2025 κινήθηκε κοντά στις προβλέψεις, με ρυθμό ανάπτυξης περίπου 2%–2,1%. 

Η εικόνα αυτή είναι καλύτερη από της Ευρωζώνης, ωστόσο ο Ηλίας Λεκκός διατηρεί μια πιο απαιτητική οπτική. 

Η Ελλάδα, μετά από δεκαετή κρίση και Covid, θα έπρεπε να μπορεί να τρέχει υψηλότερα, δεδομένης μάλιστα της ισχυρής ώθησης από ευρωπαϊκούς πόρους.

Όπως λέει, «αν κάποιος είναι χαρούμενος απλά και μόνο με αυτό, ίσως τοποθετεί τον πήχη εξαιρετικά χαμηλά»

Και για να εξηγήσει γιατί η οικονομία μένει “εγκλωβισμένη” κοντά στο 2%, επιστρέφει σε τρία χαρακτηριστικά που διαμορφώθηκαν από το 2019 και μετά.

Υποεπένδυση, συγκέντρωση, κράτος: τα τρία κρίσιμα χαρακτηριστικά

Η εξήγηση για τον ρυθμό του ΑΕΠ σε επίπεδα  κοντά του 2% βασίζεται σε τρεις άξονες.

Το πρώτο είναι η βαθιά υποεπένδυση που κουβαλά η χώρα λόγω κρίσης και Covid. 

Το δεύτερο είναι η συγκέντρωση της αγοράς: λίγοι ισχυροί παίκτες ανά κλάδο με αυξημένη επιρροή. «Τον τόνο μπορεί να τον δώσουν έξι με δέκα επιχειρήσεις… που μπορεί να έχουν το 80% του τζίρου».  Σε μια τέτοια αγορά, η τιμολογιακή δύναμη είναι αυξημένη.

Ο συνδυασμός υποεπένδυσης και συγκέντρωσης οδηγεί σε μια κατάσταση όπου η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά. Αυτό ευνοεί πληθωριστικές πιέσεις και τροφοδοτεί την ακρίβεια. 

«Όταν η ζήτηση ξεπερνά την προσφορά, δημιουργούνται πληθωριστικές πιέσεις», επισημαίνει, κάτι που εξηγεί γιατί η ανάκαμψη δεν μεταφράζεται πάντα σε αίσθηση ευημερίας. «Έχουμε θετικό παραγωγικό κενό… η ζήτηση ξεπερνά την προσφορά», τονίζει. 

Όταν η ζήτηση ξεπερνά την προσφορά, η οικονομία υπερθερμαίνεται ακόμη κι αν οι αριθμοί δεν δείχνουν “έκρηξη”.

Και το τρίτο είναι ο εκσυγχρονισμός του κράτους μέσω της ψηφιακής διακυβέρνησης, με αποτέλεσμα την καλύτερη συλλογή φόρων και τον περιορισμό της παραοικονομίας. 

Αυτό αν και είναι μια θετική εξέλιξη συνολικά για την οικονομία και την κοινωνία ωστόσο σε πρώτο χρόνο πολλά νοικοκυριά, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις βιώνουν απώλεια εισοδήματος, έστω και αν αυτό ήταν αποτέλεσμα φοροδιαφυγής ή φορο - αποφυγής.

Ακίνητα: η ανισορροπία που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αγορά ακινήτων, η οποία εμφανίζει έντονη άνοδο εδώ και πολλά χρόνια και μάλιστα χωρίς να υποστηρίζεται από αντίστοιχη πιστωτική επέκταση. 

Η εξήγηση είναι ότι η προσφορά ακινήτων αργεί να προσαρμοστεί, ενώ η ζήτηση μπορεί να μεταβληθεί απότομα. Προστίθεται και η επίδραση της βραχυχρόνιας μίσθωσης, που περιορίζει τη διαθεσιμότητα κατοικιών. 

Σε αυτή την εικόνα μπαίνει και μια “κρυφή” ζήτηση: πολλοί νέοι παραμένουν στο πατρικό σπίτι, παρότι θα ήθελαν να αποκτήσουν ανεξαρτησία, κάτι που σημαίνει ότι η πραγματική πίεση στην αγορά μπορεί να είναι μεγαλύτερη απ’ όσο φαίνεται.

Έτσι η προσφορά δεν μπορεί εύκολα να συμβαδίσει με τη ζήτηση γεγονός που δημιουργεί δομικές ανισορροπίες, ειδικά όταν υπάρχουν επιπλέον πιέσεις από αλλαγές στη χρήση κατοικιών και τη συγκέντρωση πληθυσμού στα αστικά κέντρα. 

Τα αναπτυξιακά «καύσιμα» για την εγχώρια οικονομία 

Για το 2026, ο κ. Λεκκός βλέπει δύο βασικά «αναπτυξιακά καύσιμα» της οικονομίας. 

Την απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και τα πρόσθετα εισοδήματα που θα προκύψουν από το οικονομικό - φορολογικό πακέτο που έχει ήδη ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό. 

Για τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης σημειώνει πως «είναι η τελευταία χρονιά ουσιαστικά… μας μένουν γύρω στα 12 δισεκατομμύρια που πρέπει να απορροφήσουμε», σημειώνοντας ωστόσο ότι οι εκταμιεύσεις θα συνεχιστούν και πέρα από το 2026.

Με αυτά τα δεδομένα, η εκτίμηση είναι ότι η ανάπτυξη μπορεί να κινηθεί κοντά στο 2% για την εφετινή χρονιά.

Τα 2+1 ρίσκα για την Ελλάδα

Τα ρίσκα, όμως, είναι υπαρκτά και είναι μπροστά μας. Ο κ. Λεκκός αναφέρει δύο άμεσους κινδύνους και έναν μακροχρόνιο. 

Πρώτον, την έλλειψη εργατικού δυναμικού σε τομείς έντασης εργασίας. Δεύτερον, την ανάγκη ενίσχυσης δικτύων και αποθήκευσης ενέργειας, ώστε η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ να μη μετατρέπεται σε απώλειες παραγωγής. Ο τρίτος καθοριστικός παράγοντας που θα αποκρυσταλλωθεί προς το τέλος της δεκαετίας είναι οι διαπραγματεύσεις για τον νέο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028 -2034.

Εκεί, η στροφή προς την άμυνα ή μια τάση περιορισμού του συνολικού προϋπολογισμού θα μπορούσε να επηρεάσει χώρες που στηρίζονται διαχρονικά σε ευρωπαϊκούς πόρους, όπως η Ελλάδα.

«Οι διαπραγματεύσεις… για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2028–2034… αυτός είναι καίριας σημασίας για την ελληνική οικονομία», τονίζει σημειώνοντας ότι ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός θα καθορίσει την επόμενη δεκαετία περισσότερο από εγχώριες εξελίξεις.

Τράπεζες: θετικό περιβάλλον με κλειδί την επέκταση δανείων

Κλείνοντας, ο Ηλίας Λεκκός εμφανίζεται θετικός για την πορεία των ελληνικών τραπεζών, εφόσον δεν υπάρξει κάποιο απρόσμενο σοκ που θα ανατρέψει το μακροοικονομικό αφήγημα. 

Το σημείο - κλειδί δεν είναι μόνο η κερδοφορία από το επιτοκιακό περιβάλλον, αλλά κυρίως η προοπτική αύξησης δανειοδοτήσεων. 

Η πιστωτική επέκταση, σε συνδυασμό με τη θετική πορεία της οικονομίας, μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για να συνεχιστεί η καλή εικόνα του κλάδου τα επόμενα χρόνια.

Ο κ. Λεκκός βλέπει ότι μεγάλο μέρος της επόμενης φάσης θα έρθει από την πιστωτική επέκταση, καθώς τα επιτόκια έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα που επιτρέπουν κερδοφορία αλλά και ώθηση στη χρηματοδότηση. 

Με άλλα λόγια, το αφήγημα μετατοπίζεται στην «πραγματική» δουλειά της οικονομίας: περισσότερα δάνεια, περισσότερες επενδύσεις, περισσότερη πραγματική δραστηριότητα.

Google news logo Ακολουθήστε το Business Daily στο Google news