Η Ελλάδα και η Ιταλία προχωρούν σε στενή συνεργασία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, με τη δημιουργία κοινής ομάδας εργασίας που αποτελείται από Έλληνες και Ιταλούς επιστήμονες.
Η πρωτοβουλία αυτή προέκυψε ως αποτέλεσμα των διμερών επαφών μεταξύ της Υπουργού Πολιτισμού, Λίνας Μενδώνη, και του Ιταλού ομολόγου της, Alessandro Giuli, τον Ιούνιο του 2025 στην Αθήνα, και ενισχύθηκε με την υπογραφή Μνημονίου Συνεννόησης για τη διαχείριση αρχαιοτήτων που βρίσκονταν στην κατοχή των εκκαθαριστών της Robin Symes Ltd.
Το Μνημόνιο υπεγράφη από τη Γενική Διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ολυμπία Βικάτου, και τον επικεφαλής του Τμήματος Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Ιταλικού Υπουργείου Πολιτισμού, Luigi La Rocca.
Οι εργασίες ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2025 στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης και συνεχίζονται με συνέπεια, σε κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Τα πρώτα αποτελέσματα είναι ήδη ορατά, επιβεβαιώνοντας την αποτελεσματικότητα της συνεργασίας και ενισχύοντας τις πολιτιστικές σχέσεις των δύο χωρών.
Η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, τόνισε πως η συνεργασία Ελλάδας και Ιταλίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποδεικνύει ότι η κοινή ιστορική ευθύνη μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστική δράση.
Σύμφωνα με τη δήλωσή της, η τεκμηρίωση, συντήρηση και αποκατάσταση αρχαιοτήτων από παράνομες ανασκαφές δεν αποτελεί μόνο επιστημονικό εγχείρημα, αλλά και πράξη ηθικής και θεσμικής συνέπειας, ενώ οι δύο χώρες υπηρετούν τις αρχές της Σύμβασης της UNESCO του 1970.
Από την πλευρά του, ο Ιταλός Υπουργός Πολιτισμού, Alessandro Giuli, υπογράμμισε ότι η καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών αποτελεί κοινή προτεραιότητα, ενώ η ανάκτηση κλεμμένων έργων τέχνης είναι σημαντική επιτυχία.
Επισήμανε επίσης τη δέσμευση για ενίσχυση της συνεργασίας μέσω ανταλλαγής εμπειρογνωμοσύνης και την προώθηση βιώσιμου πολιτιστικού τουρισμού, με ανάδειξη λιγότερο γνωστών αρχαιολογικών χώρων και ανάπτυξη εναλλακτικών πολιτιστικών διαδρομών.
Η ελληνοϊταλική συνεργασία επικεντρώνεται στην αποκατάσταση διασπασμένων αγγείων, με στόχο την απόδοση ίσου αριθμού αποκατεστημένων ευρημάτων στις δύο χώρες, συμβάλλοντας στη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και την τήρηση της Σύμβασης της UNESCO του 1970.
Το έργο συντονίζεται επιστημονικά από αρχαιολόγους και συντηρητές του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, του Ιταλικού Υπουργείου Πολιτισμού και του Πανεπιστημίου της Basilicata, με το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση της πρωτοβουλίας.