Ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους τόνισε ότι «η Ελλάδα, παρά τα όποια προβλήματα, καταφέρνει να δίνει στους Έλληνες ασθενείς καλύτερες υπηρεσίες υγείας και πρόσβαση από χώρες πολύ πιο πλούσιες και οργανωμένες». Παρουσιάζοντας στην ολομέλεια της Βουλής στοιχεία για τις παρεμβάσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας, υπογράμμισε τη βελτίωση των δεικτών λειτουργίας του ΕΣΥ.
Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη σύμβαση μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «ΑΧΕΠΑ». Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης κατήγγειλαν υποχρηματοδότηση και ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, κάνοντας λόγο για διογκούμενες ανάγκες των πολιτών που δεν καλύπτονται επαρκώς.
Ο κ. Θεμιστοκλέους αναγνώρισε ότι υπάρχουν προβλήματα, αλλά υπογράμμισε πως «το ΕΣΥ βρίσκεται σε μια από τις καλύτερες φάσεις του». Παρουσίασε στοιχεία που δείχνουν ότι η χρηματοδότηση του τομέα υγείας αυξήθηκε από 4,1 δισ. ευρώ το 2019 σε 8,2 δισ. ευρώ, ενώ ο προϋπολογισμός των νοσοκομείων ενισχύθηκε κατά 104% την τελευταία πενταετία.
Οι γιατροί αυξήθηκαν κατά 11%, φτάνοντας τους 27.770 το 2025, ενώ οι νοσηλευτές ανήλθαν σε 42.600, αύξηση 15%. Παράλληλα, οι επικουρικοί εργαζόμενοι θα ενταχθούν σταδιακά ως μόνιμο προσωπικό μέσω ΑΣΕΠ. Οι αποδοχές των γιατρών αυξήθηκαν κατά 20%-22%, ενώ τα νοσοκομεία λειτουργούν πλέον εντός προϋπολογισμού, γεγονός που, όπως είπε, «σημαίνει ορθή διαχείριση».
Μείωση σημειώθηκε στους χρόνους αναμονής στα επείγοντα περιστατικά – από εννέα ώρες σε 4,5 ώρες. Στο ΚΑΤ ο χρόνος αναμονής είναι 2,44 ώρες και στο Παίδων Αγία Σοφία 1,20 ώρα. Παράλληλα, μειώθηκαν οι λίστες στα απογευματινά χειρουργεία και αυξήθηκαν τα δωρεάν τακτικά χειρουργεία. Ο υφυπουργός ανέφερε επίσης ότι τα ραντεβού στα νοσοκομεία διπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 8 εκατομμύρια, ενώ οι ασθενείς βρίσκουν πλέον ραντεβού για γαστρεντερολόγο μέσα σε 7-10 ημέρες στην Αττική.
Αναφερόμενος στα φάρμακα υψηλού κόστους, επισήμανε ότι 120 ασθενείς παραλαμβάνουν πλέον τα φάρμακά τους στο σπίτι ή στο φαρμακείο της γειτονιάς, «σε συνθήκες αξιοπρέπειας». Για τις μεταμοσχεύσεις ανέφερε ότι το 2025 πραγματοποιήθηκαν 240, αριθμός που αποτελεί «ρεκόρ αύξησης».
Η συζήτηση για το «ΑΧΕΠΑ»
Το νομοσχέδιο που συζητείται προβλέπει την παράταση λειτουργίας του «ΑΧΕΠΑ» έως το 2056. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης Κυριάκος Βελόπουλος άσκησε δριμεία κριτική, λέγοντας ότι «ο τίτλος του νομοσχεδίου θα έπρεπε να είναι “Πωλείται δωρεάν επιπλωμένη δημόσια υγεία”», τονίζοντας ότι η δημόσια υγεία αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη.
Η εισηγήτρια της Νέας Δημοκρατίας Μαρία Νεφέλη Χατζηιωαννίδου σημείωσε ότι η παράταση γίνεται με αμετάβλητο το νομικό και διοικητικό καθεστώς, διασφαλίζοντας τη συνέχιση της νοσοκομειακής περίθαλψης και του πανεπιστημιακού χαρακτήρα του ιδρύματος. Υπογράμμισε επίσης τη σημασία της δυνατότητας αναζήτησης χορηγιών για αναπτυξιακές και ερευνητικές πρωτοβουλίες, υποστηρίζοντας ότι «οι χορηγίες δεν υπονομεύουν τον δημόσιο χαρακτήρα του “ΑΧΕΠΑ”».
Ο εισηγητής του ΠΑΣΟΚ Ιωάννης Τσίμαρης χαρακτήρισε αναγκαία την παράταση λειτουργίας του νοσοκομείου, αλλά προειδοποίησε για «αδυναμίες και ασάφειες» στη σύμβαση, κάνοντας λόγο για έλλειψη χρηματοδότησης και εγγυήσεων για τον δημόσιο χαρακτήρα του ιδρύματος.
Ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ Ανδρέας Παναγιωτόπουλος υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο επιτρέπει τη μετατροπή του «ΑΧΕΠΑ» σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου χωρίς προηγούμενη κύρωση από τη Βουλή. Από την πλευρά του, ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ Γιώργος Λαμπρούλης προειδοποίησε για «ενίσχυση επιχειρηματικών κριτηρίων λειτουργίας» του νοσοκομείου και των νέων δομών που προβλέπονται.
Η ειδική αγορήτρια της Ελληνικής Λύσης Μαρία Αθανασίου σημείωσε ότι η παράταση 30 ετών δεν συνοδεύεται από δεσμευτικό σχέδιο ή σαφή προϋπολογισμό, ενώ η ειδική αγορήτρια της Νέας Αριστεράς Μερόπη Τζούφη τόνισε την ανάγκη ύπαρξης «δημόσιου σχεδίου με λογοδοσία και εγγυήσεις για ασθενείς και εργαζόμενους».
Τέλος, ο ειδικός αγορητής της «Νίκης» Τάσος Οικονομόπουλος και ο ειδικός αγορητής της Πλεύσης Ελευθερίας Σπύρος Μπιμπίλας εξέφρασαν επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο μεταβολής του νομικού καθεστώτος του νοσοκομείου χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο, κάνοντας λόγο για κίνδυνο «αδιαφάνειας και παρασκηνιακών συμφωνιών».