Την αύξηση των επιτοκίων ενθαρρύνει η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), δηλώνοντας ότι τα επιτόκια πρέπει να αυξηθούν περαιτέρω, καθώς η παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η εκπληκτικά ισχυρή οικονομία της ευρωζώνης ενέχουν κινδύνους ανοδικής πίεσης στον πληθωρισμό.
Η αύξηση των τιμών καταναλωτή είναι πιθανό να υπερβεί το 2% για «παρατεταμένη περίοδο» λόγω του υψηλού κόστους της ενέργειας, ανέφερε η Γερμανίδα αξιωματούχος.
Αν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αναλάβουν δράση μόνο όταν αυτό μετακυλιστεί στους μισθούς, θα βρεθούν «υστερώντας», προειδοποίησε. «Με το τρέχον επιτόκιο πολιτικής, είναι απίθανο ο πληθωρισμός να επιστρέψει στον στόχο μεσοπρόθεσμα και, ως εκ τούτου, θα χρειαστεί περαιτέρω σύσφιξη», δήλωσε η Σνάμπελ στο Bloomberg.
«Ιδιαίτερα στο τρέχον περιβάλλον ανθεκτικής συνολικής ζήτησης, είναι κρίσιμο να προληφθεί έγκαιρα η εμφάνιση δευτερογενών επιδράσεων, καθώς η καθυστερημένη δράση θα μπορούσε να απαιτήσει περαιτέρω σύσφιξη».
Η ΕΚΤ ήταν η πρώτη μεγάλη κεντρική τράπεζα που αύξησε το κόστος δανεισμού λόγω του πολέμου στο Ιράν και οι αξιωματούχοι έχουν χαρακτηρίσει τη συνεδρίαση του επόμενου μήνα ως κρίσιμο σταυροδρόμι για να καθοριστεί αν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα.
Οι επενδυτές αποτιμούν σχεδόν πλήρως μια αύξηση κατά ένα τέταρτο του ποσοστού, η οποία θα ανεβάσει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%. Προβλέπουν μια ακόμη αύξηση έως την άνοιξη του 2027, πιθανώς ήδη από τον Δεκέμβριο.
Η Σνάμπελ ανέφερε ότι οι αγορές «φαίνεται να κατανοούν πολύ καλά τον τρόπο αντίδρασής μας», χωρίς να διευκρινίσει κατά πόσο περαιτέρω είναι πιθανό να αυξηθούν τα κόστη δανεισμού.
Ενισχύοντας το επιχείρημά της σχετικά με την οικονομική ανθεκτικότητα της Ευρώπης, τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν χθες Τρίτη έδειξαν ότι η γερμανική παραγωγή αυξήθηκε περισσότερο από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί κατά το β' τρίμηνο. Η ευρωζώνη σημείωσε ανάπτυξη 0,4% κατά την περίοδο αυτή, μετά από μια φάση στασιμότητας στις αρχές του 2026.
«Η οικονομία συνεχίζει να είναι ισχυρότερη από το αναμενόμενο, και τα νέα στοιχεία έχουν επανειλημμένα εκπλήξει θετικά», δήλωσε η Σνάμπελ, επισημαίνοντας ως βασικούς παράγοντες τη δημοσιονομική πολιτική, την αύξηση των αμυντικών δαπανών και την παγκόσμια άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης.
«Οι δείκτες εμπιστοσύνης υποδηλώνουν ότι η ανάπτυξη αποκτά περαιτέρω δυναμική», ανέφερε. «Επομένως, σε σύγκριση με τις προβλέψεις των εμπειρογνωμόνων του Ιουνίου, θεωρώ ότι οι κίνδυνοι για την οικονομική ανάπτυξη κλίνουν κάπως προς τα πάνω».