Η νέα ανάλυση του Imperial College London για τις παγκόσμιες τάσεις στην παχυσαρκία δείχνει ότι ο ρυθμός αύξησης επιβραδύνεται ή σταθεροποιείται στις περισσότερες χώρες υψηλού εισοδήματος τα τελευταία 45 χρόνια, ενώ εξακολουθεί να αυξάνεται στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Στην Ελλάδα, η έρευνα καταγράφει σημαντική αύξηση της παχυσαρκίας τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά με φθίνουσα πορεία τα τελευταία χρόνια.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, πραγματοποιήθηκε από περισσότερους από 1.900 ερευνητές του δικτύου «NCD Risk Factor Collaboration», με συμμετοχή επιστημόνων από ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από 4.050 μελέτες, καλύπτοντας πάνω από 232 εκατομμύρια άτομα ηλικίας πέντε ετών και άνω, σε 200 χώρες και περιοχές, για την περίοδο 1980-2024.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι αν και η παχυσαρκία αυξήθηκε σχεδόν παντού, οι τάσεις διαφοροποιούνται.
Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, όπως η δυτική Ευρώπη, η Βόρεια Αμερική και η Αυστραλασία, η αύξηση έχει σταθεροποιηθεί ή επιβραδυνθεί, μετά τις έντονες ανόδους του τέλους του 20ού αιώνα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, τα ποσοστά παχυσαρκίας στους ενήλικες κυμαίνονται πλέον στο 11%-23% και στα παιδιά στο 4%-15%.
Βελτίωση πρώτα στα παιδιά
Η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης παρατηρήθηκε αρχικά στα παιδιά σχολικής ηλικίας. Η Δανία ήταν η πρώτη χώρα όπου σημειώθηκε επιβράδυνση γύρω στο 1990, ακολουθούμενη από την Ισλανδία, την Ελβετία, το Βέλγιο και τη Γερμανία τη δεκαετία του 1990.
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η τάση σταθεροποιήθηκε στις περισσότερες χώρες υψηλού εισοδήματος, ενώ σε κάποιες μειώθηκε. Εξαίρεση αποτέλεσαν η Αυστραλία, η Φινλανδία και η Σουηδία, όπου η αύξηση συνεχίστηκε.
Παρόμοια πορεία καταγράφεται περίπου δέκα χρόνια αργότερα στους ενήλικες. Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Πορτογαλία, ο ρυθμός φαίνεται να μειώνεται, με τη Γαλλία να διατηρεί σταθερά χαμηλά ποσοστά παχυσαρκίας: 4% στα παιδιά και 11%-12% στους ενήλικες. Αντίστοιχα χαμηλά επίπεδα εμφανίζουν η Δανία και η Ιαπωνία.
Στις ΗΠΑ, η αύξηση έχει σταθεροποιηθεί στα παιδιά και επιβραδυνθεί στους ενήλικες, αν και τα συνολικά επίπεδα παραμένουν από τα υψηλότερα παγκοσμίως.
Τα στοιχεία για την Ελλάδα
Σύμφωνα με την καθηγήτρια Παιδιατρικής, Εφηβικής Ιατρικής και Κλινικής Φαρμακολογίας του ΕΚΠΑ, Φλώρα Μπακοπούλου, η οποία συμμετείχε στη μελέτη, η παχυσαρκία στην Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά από το 1980, ιδίως την περίοδο 2000-2010, αλλά ο ρυθμός αύξησης επιβραδύνεται τα τελευταία χρόνια.
Στα κορίτσια, τα επίπεδα παχυσαρκίας φτάνουν περίπου στο 9%, με σαφή επιβράδυνση από το 2010 ως το 2024. Στα αγόρια, τα ποσοστά είναι υψηλότερα, γύρω στο 14%, ωστόσο παρουσιάζουν σημάδια σταθεροποίησης.
Στους ενήλικες, οι γυναίκες εμφανίζουν ποσοστά γύρω στο 28% και οι άνδρες περίπου 30%, με πτωτική τάση στον ρυθμό αύξησης τα τελευταία χρόνια.
Αύξηση στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος
Σε αντίθεση με τις ανεπτυγμένες χώρες, οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος συνεχίζουν να καταγράφουν ραγδαία αύξηση της παχυσαρκίας, κυρίως στην Αφρική, την Ασία, τη Λατινική Αμερική και τα νησιωτικά κράτη του Ειρηνικού και της Καραϊβικής. Σε ορισμένες από αυτές, τα ποσοστά φτάνουν το 30%-40% στους ενήλικες.
Όπως ανέφερε ο επικεφαλής της μελέτης και καθηγητής Δημόσιας Υγείας στο Imperial College London, Ματζίντ Εζάτι, «χαρακτηρίζουμε την παχυσαρκία ως μια παγκόσμια επιδημία, ωστόσο υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως στις γυναίκες, μπορεί να υπάρχει ακόμα και μείωση της παχυσαρκίας», αναφέροντας τη Γαλλία και την Ισπανία ως παραδείγματα.
Ο καθηγητής τόνισε επίσης πως είναι «πολύ νωρίς να πούμε εάν η κυκλοφορία των νέων φαρμάκων για την παχυσαρκία είχε άμεση επίπτωση σε ολόκληρους πληθυσμούς», υπογραμμίζοντας την ανάγκη αυτά να γίνουν πιο προσιτά διεθνώς.