Τον πολυεπίπεδο ρόλο της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας στην ενίσχυση της οικονομίας –με αιχμή τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αλλά και κρίσιμες κοινωνικές παρεμβάσεις όπως η στέγαση– αναδεικνύει σε podcast - συνέντευξή της στο Business Daily η Ισμήνη Παπακυρίλλου, διευθύνουσα σύμβουλος του οργανισμού.
Η κ. Παπακυρίλλου σκιαγραφεί έναν μηχανισμό που, αν και λιγότερο «ορατός» στο ευρύ κοινό, έχει διοχετεύσει πάνω από 14 δισ. ευρώ την τελευταία πενταετία στην αγορά, εκ των οποίων σχεδόν 3 δισ. ευρώ μόνο τα τελευταία δύο χρόνια προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Την ίδια ώρα, το στεγαστικό πρόγραμμα «Σπίτι μου» –ένα από τα πιο εμβληματικά εργαλεία κοινωνικής πολιτικής– έχει ήδη ξεπεράσει το 1,5 δισ. ευρώ σε εγκρίσεις, επιβεβαιώνοντας τον διττό ρόλο της EAT: όχι μόνο ως χρηματοδοτικού βραχίονα της επιχειρηματικότητας, αλλά και ως παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Από τα προγράμματα ΤΕΠΙΧ και τις εγγυήσεις έως τις μικροπιστώσεις που δίνουν «πρώτη και δεύτερη ευκαιρία» σε επιχειρήσεις εκτός τραπεζικού συστήματος, η k. Παπακυρίλλου περιγράφει ένα οικοσύστημα εργαλείων που επιχειρεί να καλύψει διαχρονικά κενά της ελληνικής αγοράς, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει τις προκλήσεις που παραμένουν – από τη διάχυση της πληροφορίας έως τη γραφειοκρατία και τη δομή της μικρής επιχειρηματικότητας.
«Δεν είμαστε τράπεζα»
Στη συνέντευξή της κ. Παπακυρίλλου, αποσαφηνίζει τι ακριβώς είναι ο οργανισμός, πώς λειτουργεί και γιατί διαφέρει ουσιαστικά από μια εμπορική τράπεζα.
Το πρώτο –και ίσως κάπως παραπλανητικό– στοιχείο είναι το ίδιο το όνομα. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά: «ενώ λεγόμαστε Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, δεν είμαστε τράπεζα. Δεν έχουμε τραπεζική άδεια».
Αντίθετα, πρόκειται για «έναν αναπτυξιακό οργανισμό» με βασικό στόχο τη στήριξη της οικονομίας.
Πρόκειται για κομβική διαφοροποίηση. Η ΕΑΤ δεν δέχεται καταθέσεις, ούτε λειτουργεί ως παραδοσιακή εμπορική τράπεζα.
Αντίθετα, σχεδιάζει και υλοποιεί χρηματοδοτικά εργαλεία που διοχετεύονται στην αγορά μέσω των εμπορικών τραπεζών ή, πιο πρόσφατα, μέσω μικροπιστωτικών οργανισμών.
Δημόσιος ρόλος και αποστολή
Η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα είναι 100% δημόσιος οργανισμός, με μοναδικό μέτοχο το ελληνικό Δημόσιο. Αυτό καθορίζει και την αποστολή της.
Όπως σημειώνει η κ. Παπακυρίλλου, «έχουμε πραγματικά ένα δημόσιο σκοπό, την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας και κυρίως την ανάπτυξη των επιχειρήσεων και δη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων».
Η ιστορία της ΕΑΤ ξεκινά από το 2003 (ΤΕΜΠΜΕ), συνεχίζεται το 2011 (ΕΤΕΑΝ) και αποκτά τη σημερινή της μορφή το 2019.
Παρότι η αναγνωρισιμότητά της ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια, παραμένει άγνωστη σε ένα μεγάλο μέρος των πολιτών παρά το γεγονός ότι η συμβολή της στην οικονομία έχει βαθύτερες ρίζες.
Έμμεση παρουσία στην αγορά
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της λειτουργίας της είναι ότι «βγαίνουμε έμμεσα στην αγορά». Δηλαδή, οι επιχειρήσεις συχνά δεν έχουν άμεση επαφή με την ΕΑΤ, αλλά με την τράπεζα μέσω της οποίας λαμβάνουν τη χρηματοδότηση.
Αυτό εξηγεί γιατί πολλά εργαλεία –όπως το γνωστό ΤΕΠΙΧ– είναι ευρέως αναγνωρίσιμα, χωρίς να είναι εξίσου γνωστός ο φορέας που τα σχεδιάζει. «Μπορεί να μην ξέρουν καλά την Aναπτυξιακή, γιατί η επαφή τους ήταν μέσω μιας εμπορικής τράπεζας», σημειώνεται χαρακτηριστικά.
Διεύρυνση της χρηματοδότησης
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, η εικόνα χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. «Τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε ρίξει πάνω από 2,5 – κοντεύουμε 3 δισ. – στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις», τονίζεi.
Συνολικά, την τελευταία πενταετία έχουν διοχετευθεί πάνω από 14 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος να αφορά πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Ο βασικός στόχος παραμένει σαφής: «να δώσουμε τη δυνατότητα χρηματοδότησης στον μεγαλύτερο αριθμό μικρομεσαίων επιχειρήσεων που τη χρειάζονται πραγματικά».
Οι μικροπιστώσεις και το «κενό» της αγοράς
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στις μικροπιστώσεις, ένα νέο εργαλείο που καλύπτει ένα κρίσιμο κενό. «Χρηματοδοτούνται οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις που συχνά δεν έχουν πάει ακόμη σε ένα τραπεζικό ίδρυμα», εξηγεί η διευθύνουσα σύμβουλος της ΕΑΤ.
Πρόκειται για επιχειρήσεις με πολύ χαμηλό κύκλο εργασιών – ακόμη και κάτω από 900.000 ευρώ – που μέχρι πρότινος δεν είχαν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό. «Έχουν πραγματικά την πρώτη ευκαιρία να αποκτήσουν μία χρηματοδότηση», σημειώνεται.
Είναι υπερβολική η κριτική στις τράπεζες;
Η συζήτηση για τη δυσκολία πρόσβασης των μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση παραμένει έντονη. Ωστόσο, η εικόνα, σύμφωνα με την ΕΑΤ, έχει αλλάξει.
«Η κριτική είναι λίγο αυστηρή», σημειώνει η κ. Παπακυρίλλου και αναγνωρίζει ότι υπάρχουν αντικειμενικοί περιορισμοί.
Τα χρηματοδοτικά εργαλεία είναι δανειακά και συνοδεύονται από προϋποθέσεις: «πρέπει κάποιος να έχει φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, να μην είναι στον Τειρεσία, να μπορεί να δείξει κάποια θετικά αποτελέσματα».
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων –ιδίως λόγω της κρίσης– μένει εκτός.
Το πρόβλημα της μικρής κλίμακας
Η δομή της ελληνικής επιχειρηματικότητας αποτελεί επίσης πρόκληση. Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις κυριαρχούν, αλλά συχνά δυσκολεύονται να αναπτυχθούν. «Είναι πάρα πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις, έχουν πολύ τοπικό χαρακτήρα και δυσκολίες με τον ψηφιακό μετασχηματισμό», επισημαίνεται.
Παράλληλα, η συγκέντρωση σε παραδοσιακούς κλάδους –όπως τουρισμός, εστίαση και εμπόριο– περιορίζει τις δυνατότητες ταχείας ανάπτυξης. «Θα θέλαμε να δούμε περισσότερους σε κλάδους της τεχνολογίας και της μεταποίησης», τονίζεται.
Τα εργαλεία: ΤΕΠΙΧ και εγγυήσεις
Κεντρικό εργαλείο της ΕΑΤ είναι το ΤΕΠΙΧ 3, με προϋπολογισμό που φτάνει τα 3,5 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ένα ευέλικτο σχήμα που προσαρμόζεται στις ανάγκες των επιχειρήσεων.
Τα βασικά του χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν άτοκη συγχρηματοδότηση έως 40%, επιδότηση επιτοκίου, μεγάλη διάρκεια δανείων και περίοδο χάριτος, καθώς και ευελιξία σε κεφάλαια κίνησης και επενδυτικά σχέδια.
Επιπλέον, το Ταμείο Εγγυήσεων προσφέρει κάλυψη έως 70%, ενώ για δάνεια έως 50.000 ευρώ δεν απαιτούνται εμπράγματες εξασφαλίσεις. «Αυτό ήταν ένας πολύ σημαντικός όρος, γιατί συχνά αποτελεί εμπόδιο για μια επιχείρηση», σημειώνεται.
Η διαχείριση κινδύνου και ο ρόλος των εμπορικών τραπεζών
Παρά τον αναπτυξιακό χαρακτήρα, η ΕΑΤ δεν αγνοεί τον κίνδυνο. Αντίθετα, τον μοιράζεται με τις εμπορικές τράπεζες. «Έχοντας μοιραστεί το ρίσκο με τα τραπεζικά ιδρύματα, αυτά παίρνουν τις αποφάσεις σωστά», εξηγείται.
Η πιστοληπτική αξιολόγηση παραμένει αποκλειστική ευθύνη των τραπεζών: «η τράπεζα έχει τον απόλυτο έλεγχο στη πιστοληπτική διαδικασία». Αυτό διασφαλίζει ότι τα δάνεια δίνονται με κριτήρια βιωσιμότητας, ακόμη και αν συνοδεύονται από ευνοϊκούς όρους.
H EAT ως καταλύτης
Συνολικά, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα λειτουργεί ως καταλύτης: δεν αντικαθιστά τις τράπεζες, αλλά ενισχύει τη δυνατότητά τους να χρηματοδοτούν περισσότερες επιχειρήσεις και με καλύτερους όρους.
Με εργαλεία που μειώνουν το κόστος, μοιράζονται τον κίνδυνο και διευρύνουν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, συμβάλλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Όπως τονίζεται, στόχος είναι «να διευρύνουμε τον αριθμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση» – μια πρόκληση που παραμένει κρίσιμη για το παραγωγικό μέλλον της χώρας.
Η συζήτηση γύρω από τη χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων και την πρόσβαση στα διαθέσιμα εργαλεία αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα για την ελληνική οικονομία: τη διάχυση της πληροφορίας και την ουσιαστική αξιοποίηση των ευκαιριών. Όπως επισημαίνει η Παπακυρίλλου, παρά τις σημαντικές προσπάθειες, εξακολουθούν να υπάρχουν κενά ενημέρωσης, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες ανάπτυξης πολλών επιχειρήσεων.
Μικροί επιχειρηματίες και πληροφόρηση
Η εικόνα που περιγράφεται είναι γνώριμη. Η πληροφορία υπάρχει, τα εργαλεία υπάρχουν, αλλά δεν φτάνουν πάντα εκεί που πρέπει. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά, «συχνά εμείς πηγαίνουμε πολύ στα επιμελητήρια, ειδικά στην περιφέρεια και πάντα βλέπουμε ότι δεν διαχέεται πάντα όλη η πληροφορία». Αυτό δημιουργεί ένα χάσμα ανάμεσα στις διαθέσιμες χρηματοδοτικές δυνατότητες και στην πραγματική αξιοποίησή τους.
Η ίδια αναγνωρίζει ότι η ευθύνη δεν είναι μονομερής. Χρειάζεται συντονισμός μεταξύ της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, των τραπεζικών ιδρυμάτων και των τοπικών φορέων. «Πρέπει να υπάρχει αυτή η συνεργασία ακριβώς για να και εμείς να τονίζουμε λίγο τα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων αλλά και φυσικά όταν κάποιος πάει σε ένα τραπεζικό ίδρυμα, του παρουσιάζουν τις ευκαιρίες», σημειώνει.
Η «κληρονομιά» της κρίσης
Ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία αφορά τους μικρούς επιχειρηματίες που κουβαλούν ακόμα τα βάρη της προηγούμενης δεκαετίας. Τα κόκκινα δάνεια, η ανασφάλεια και η δυσπιστία απέναντι στον δανεισμό παραμένουν ισχυροί ανασταλτικοί παράγοντες.
Ωστόσο, η Παπακυρίλλου επιχειρεί να επανατοποθετήσει τη χρηματοδότηση ως εργαλείο ανάπτυξης και όχι ως απειλή. «Η χρηματοδότηση πραγματικά σου δίνει αυτή την ευκαιρία», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι χωρίς πρόσβαση σε κεφάλαια είναι δύσκολο να επιτευχθεί ουσιαστική μεγέθυνση.
Παράλληλα, επισημαίνει την ανάγκη τακτοποίησης εκκρεμοτήτων του παρελθόντος, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να επανενταχθούν ομαλά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η πρώτη επαφή με μια τράπεζα μπορεί να λειτουργήσει καθοδηγητικά, δίνοντας σαφή εικόνα των απαιτήσεων και των δυνατοτήτων.
Μικροπιστώσεις και δεύτερη ευκαιρία
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των μικροπιστώσεων, οι οποίες λειτουργούν ως πιο ευέλικτο εργαλείο, ιδίως για μικρές επιχειρήσεις ή για όσους δεν μπορούν να ενταχθούν εύκολα σε πιο αυστηρά χρηματοδοτικά σχήματα.
Όπως εξηγεί, «είναι ένα εργαλείο πρώτης ευκαιρίας. Είναι και δεύτερης ευκαιρίας οι μικροπιστώσεις», καθώς επιτρέπουν μεγαλύτερη ευελιξία ακόμη και σε περιπτώσεις που άλλοι μηχανισμοί απορρίπτουν αιτήσεις. Το όριο των 25.000 ευρώ μπορεί να καλύψει βασικές ανάγκες, ενώ η αξιολόγηση γίνεται με πιο προσαρμοσμένα κριτήρια.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η ενσωμάτωση συμβουλευτικών υπηρεσιών. «Τα προγράμματά μας συχνά έχουν μία επιχορήγηση συμβουλευτικής», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η χρηματοδότηση δεν αφορά μόνο το κεφάλαιο αλλά και τη στρατηγική ανάπτυξης της επιχείρησης.
Ιστορίες επιτυχίας και επιχειρηματική ανθεκτικότητα
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορά τα απτά αποτελέσματα των προγραμμάτων. Η Παπακυρίλλου αναφέρεται σε επιχειρήσεις που αξιοποίησαν επανειλημμένα τα εργαλεία της Αναπτυξιακής Τράπεζας, γεγονός που αποδεικνύει τη διαχρονική τους αξία.
«Είναι πάρα πολύ ωραίο όταν συναντάμε έναν επιχειρηματία που έχει πάρει ΤΕΠΙΧ ΙΙ, ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ», λέει, εξηγώντας ότι αυτό υποδηλώνει μια συνεχή σχέση ανάπτυξης που μπορεί να διαρκέσει πάνω από μια δεκαετία.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις οικογενειακές επιχειρήσεις. «Να βλέπει κανείς μια οικογενειακή επιχείρηση, 4η γενιά να καινοτομεί και να την πηγαίνει παραπέρα», είναι, όπως λέει, ένα από τα πιο ενθαρρυντικά φαινόμενα, ειδικά όταν συμβαίνει στην περιφέρεια.
Στεγαστική πολιτική και κοινωνική διάσταση
Το ζήτημα της στέγασης αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο άξονα παρέμβασης. Τα προγράμματα «Σπίτι μου» έχουν, σύμφωνα με την ίδια, έντονη κοινωνική και δημογραφική διάσταση.
Η ανθρώπινη πλευρά αυτών των παρεμβάσεων είναι εμφανής. «Έρχονται άνθρωποι που σου λένε ότι μόλις αγόρασα το σπίτι μου… και σκέφτομαι να κάνω κι άλλο ένα παιδί», αναφέρει, δείχνοντας πώς η στεγαστική πολιτική συνδέεται άμεσα με το δημογραφικό ζήτημα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κίνητρο για τρίτεκνες οικογένειες, καθώς η επιδότηση επιτοκίου αυξάνεται σημαντικά. Πρόκειται για μια πολιτική που επιχειρεί να επηρεάσει όχι μόνο την αγορά ακινήτων αλλά και τις κοινωνικές επιλογές.
Παράλληλα, η πορεία του προγράμματος θεωρείται επιτυχημένη, με εγκρίσεις που ξεπερνούν το 1,5 δισ. ευρώ, αν και το αυστηρό χρονοδιάγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί πίεση για την ολοκλήρωση των διαδικασιών.
Ζήτηση και προσφορά στην αγορά κατοικίας
Παρά την επιτυχία των προγραμμάτων, αναγνωρίζεται ότι η ενίσχυση της ζήτησης δεν αρκεί από μόνη της. Όπως σημειώνει, «αν εμείς μόνο καλύπτουμε τη ζήτηση… θα αυξάνονται μόνο οι τιμές».
Το πρόβλημα της προσφοράς κατοικιών αναδεικνύεται ως εξίσου κρίσιμο. Η ισορροπία μεταξύ των δύο παραμέτρων αποτελεί βασική πρόκληση για τη δημόσια πολιτική, με ήδη σε εξέλιξη συζητήσεις για παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα.
Ευρωπαϊκή αναβάθμιση και νέοι πόροι
Σε θεσμικό επίπεδο, ιδιαίτερη σημασία έχει η διαδικασία πιστοποίησης της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να αλλάξει τον ρόλο της χώρας στη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων.
«Είναι πολύ σημαντική γιατί… θα μπορέσουμε πραγματικά να φέρουμε επιπλέον πόρους», επισημαίνει, συνδέοντας τη διαδικασία με την επόμενη προγραμματική περίοδο της ΕΕ.
Η πιστοποίηση αυτή λειτουργεί και ως επιβεβαίωση της οργανωτικής ωριμότητας του φορέα. «Είναι μια διεθνής πιστοποίηση… ότι πραγματικά είναι ένας οργανισμός με τις καλύτερες δυνατές δομές», προσθέτει.
Η τεχνολογία μειώνει την γραφειοκρατία
Παρά τις θετικές εξελίξεις, το ζήτημα της γραφειοκρατίας παραμένει. Οι καθυστερήσεις και οι πολύπλοκες διαδικασίες δεν μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως, καθώς συνδέονται με ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Ωστόσο, η τεχνολογία προβάλλει ως βασικό εργαλείο βελτίωσης. «Να μπορούμε να κάνουμε όσο περισσότερο αυτοματοποιημένες διαδικασίες… ώστε ο επιχειρηματίας να βάζει μια φορά τις πληροφορίες», εξηγεί.
Οι ψηφιακές διασυνδέσεις και η απλοποίηση των διαδικασιών αποτελούν τον βασικό δρόμο για τη μείωση του διοικητικού βάρους, με σημαντικές βελτιώσεις να έχουν ήδη γίνει, αλλά με περιθώρια περαιτέρω εξέλιξης.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός οικοσυστήματος που εξελίσσεται, με διαθέσιμα εργαλεία, θετικά παραδείγματα και σημαντικές προοπτικές, αλλά και με διαρθρωτικές προκλήσεις που απαιτούν συντονισμένες παρεμβάσεις.