Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αποτελούν πλέον τον βασικό μοχλό ανάπτυξης στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων στην Ελλάδα, καθώς η οικονομική πίεση που προκαλεί η ακρίβεια οδηγεί ολοένα και περισσότερους καταναλωτές σε φθηνότερες επιλογές.
Όπως τόνισε ο διευθύνων σύμβουλος της Circana, Παναγιώτης Μπορέτος, χθες κατά τη διάρκεια παρουσίασης του διαγωνισμού Sales excellence awards, το μερίδιο των private labels στην ελληνική αγορά αυξήθηκε το 2025 στο 27,3% σε αξία από 26,8% το 2024, ενώ σε επίπεδο όγκου (units) διαμορφώνεται περίπου στο 35%.
Ακόμη πιο ενδεικτικό είναι ότι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας αποτέλεσαν τον κύριο μοχλό ανάπτυξης της αγοράς.
Συγκεκριμένα, συνεισέφεραν κατά 55% στην αύξηση της αξίας της αγοράς και κατά 86% στην αύξηση των πωλήσεων σε όγκο, γεγονός που δείχνει ότι η ανάπτυξη των πωλήσεων στα σούπερ μάρκετ προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τα private labels.
Παρά τη δυναμική αυτή, το μερίδιο των private labels στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερο σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αυτό οφείλεται κυρίως στον μικρότερο αριθμό discounters που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά αλλά και στο γεγονός ότι οι καταναλωτές είναι λιγότερο εξοικειωμένοι με τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.
Σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της ζήτησης παίζει και η διαφορά τιμής. Στην Ελλάδα, τα private labels είναι κατά μέσο όρο περίπου 30% φθηνότερα από τα αντίστοιχα επώνυμα προϊόντα, ενώ σε αρκετές ευρωπαϊκές αγορές η διαφορά είναι μικρότερη.
Στην Ισπανία, για παράδειγμα, η ψαλίδα τιμής μεταξύ private label και επώνυμων προϊόντων διαμορφώνεται περίπου στο 20%.
Η οικονομική πίεση αλλάζει τις καταναλωτικές επιλογές
Η ενίσχυση των private labels συνδέεται άμεσα με την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά νοικοκυριά.
Σύμφωνα με την έρευνα «Καταναλωτικές Τάσεις στην Ελλάδα – Δεκέμβριος 2025», που πραγματοποιήθηκε από την Circana για λογαριασμό του Ινστιτούτου Πωλήσεων Ελλάδος (ΙΠΕ) σε συνεργασία με την Brands.gr, σημαντικό μέρος των καταναλωτών δυσκολεύεται να καλύψει τις μηνιαίες υποχρεώσεις του.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι μόλις το 25% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα σχετικά εύκολα κάθε μήνα, ενώ το 26% αναφέρει ότι δυσκολεύεται αρκετά ή συχνά δεν μπορεί να καλύψει όλα τα έξοδά του.
Τους τελευταίους έξι μήνες του 2025, το 43% των καταναλωτών αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει τις αποταμιεύσεις του για να καλύψει βασικές ανάγκες. Την ίδια στιγμή, το 27% χρειάστηκε οικονομική βοήθεια από την οικογένεια, ενώ το 14% δανείστηκε από συγγενείς ή φίλους.
Το περιβάλλον αυτό οδηγεί τους καταναλωτές σε πιο προσεκτική διαχείριση των αγορών τους. Ήδη το 60% δηλώνει ότι επιλέγει συστηματικά προϊόντα σε προσφορά, το 52% συγκρίνει τιμές πριν αγοράσει και το 43% στρέφεται περισσότερο σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.
Η κυριαρχία της ψηφιακής κατανάλωσης
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι η ψηφιακή κατανάλωση έχει πλέον εδραιωθεί στην καθημερινότητα των καταναλωτών. Το 97% δηλώνει ότι πραγματοποιεί online αγορές, ενώ το 91% παραγγέλνει φαγητό στο σπίτι μέσω ψηφιακών πλατφορμών.
Παράλληλα, το 79% αγοράζει καφέ «στο χέρι» (on-the-go), ενώ στην ψυχαγωγία κυριαρχούν οι streaming πλατφόρμες, το YouTube, τα social media και οι υπηρεσίες streaming μουσικής.
Διάχυτη οικονομική ανασφάλεια
Παράλληλα, η έρευνα καταγράφει έντονη αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας στην ελληνική κοινωνία. Μόνο ένας στους δύο εργαζόμενους δηλώνει ότι αισθάνεται ασφαλής για τη δουλειά του, ενώ μόλις ένας στους πέντε δηλώνει οικονομικά ασφαλής.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι λιγότερο από ένας στους έξι καταναλωτές θεωρεί ότι ευημερεί οικονομικά.
Η ανασφάλεια αυτή δεν συνδέεται μόνο με το εισόδημα, αλλά και με μια σειρά ευρύτερων παραγόντων, όπως το αυξημένο κόστος ζωής, το κόστος κατοικίας, την κατάσταση των θεσμών, την ποιότητα διακυβέρνησης, τη διαφθορά αλλά και τις διεθνείς γεωπολιτικές εξελίξεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι καταναλωτές επαναπροσδιορίζουν την έννοια της «αξίας» στις αγορές τους. Η αναζήτηση χαμηλότερων τιμών, η συστηματική αξιοποίηση προσφορών και η στροφή προς τα private labels αποτελούν πλέον βασικές στρατηγικές διαχείρισης του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Οι τάσεις αυτές επηρεάζουν ήδη τις ισορροπίες στο λιανεμπόριο τροφίμων και αναμένεται να συνεχίσουν να διαμορφώνουν την αγορά τα επόμενα χρόνια.