Φωτο: Shutterstock

Σε επίπεδα ρεκόρ οι προσδοκίες των νοικοκυριών για την οικονομία

Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης έχει αναρριχηθεί στα επίπεδα της εποχής υιοθέτησης του ευρώ, τον Οκτώβριος του 2000.

Την ριζική μεταβολή του οικονομικού κλίματος και των προσδοκιών των νοικοκυριών για την πορεία της οικονομίας, με την αισιοδοξία να έχει ανέλθει σε επίπεδα ρεκόρ, υπογραμμίζουν οι οικονομολόγοι της Alpha Bank. 

Όπως σημειώνεται στο Εβδομαδιαίο Οικονομικό Δελτίο της Alpha Bank η πλήρης άρση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, η διαμόρφωση ενός ευσταθούς πολιτικού σκηνικού με επαρκή χρονικό ορίζοντα, η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών στην εγχώρια οικονομία, όπως αντανακλάται στη σημαντική αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων σε σύγκριση με τα αντίστοιχα γερμανικά, συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάκαμψη των προσδοκιών. Και τούτο παρά την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στην Ευρωζώνη, η οποία συνάδει με την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην περιοχή.

Επιπλέον, η προοπτική αλλαγής του μίγματος δημοσιονομικής πολιτικής με μείωση των φορολογικών συντελεστών στα επιχειρηματικά κέρδη και τα μερίσματα ενισχύει τις επιχειρηματικές προσδοκίες στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας.

Η βελτίωση του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης σε επίπεδα πλησίον εκείνων της εποχής υιοθέτησης του Ευρώ, Οκτώβριος 2000, στηρίζεται αφενός στην αύξηση του κατώτατου μισθού και αφετέρου στη συνεχιζόμενη αύξηση της απασχόλησης, ενώ η αγοραστική δύναμη αναμένεται να τονωθεί περαιτέρω από τη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ στην εστίαση και την ενέργεια και από τη μείωση του φόρου στην περιουσία.

Σημειώνεται ότι το οικονομικό κλίμα αποτελεί πρόδρομος δείκτης της οικονομικής δραστηριότητας.

Τα στοιχεία της πρόσφατης έρευνας Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ επιβεβαιώνουν την παγίωση ενός περιβάλλοντος υψηλών προσδοκιών, αφού ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος αλλά και οι επιμέρους δείκτες, εξαιρουμένου του Δείκτη των Κατασκευών, συνεχίζουν να κερδίζουν σταδιακά έδαφος με επιταχυνόμενο ρυθμό. Το ενδιαφέρον είναι ότι η μεγάλη άνοδος των προσδοκιών που συνδέεται πάντα με τον εκλογικό κύκλο, τα νοικοκυριά είναι κατά κανόνα περισσότερο αισιόδοξα κατά τη διάρκεια των εκλογικών περιόδων, στην παρούσα φάση όμως δεν διακρίνεται κάποια τάση «διόρθωσης» της πρόσφατης ανόδου του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης και επιχειρηματικού κλίματος.

Για την κατανόηση της συγκριτικής θέσης των δεικτών οικονομικής εμπιστοσύνης ανά τομέα οικονομικής δραστηριότητας οι οικονομολόγοι της Alpha Bank αναλύουν τις τρέχουσες τιμές τους σε σχέση με τα επίπεδά τους πριν από την κρίση ή την περίοδο αμέσως μετά την υιοθέτηση του Ευρώ. Στο Γράφημα 1, απεικονίζεται το εύρος τιμών που έλαβε ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος, οι επιμέρους δείκτες επιχειρηματικών προσδοκιών και ο δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης την τελευταία εικοσαετία, δηλαδή από τον Ιανουάριο του 2000 έως και τον Σεπτέμβριο του 2019. Όπως παρατηρείται, οι ανωτέρω δείκτες - με εξαίρεση αυτόν των Κατασκευών - τον Σεπτέμβριο του 2019 προσέγγισαν το άνω άκρο του εύρους τιμών ανά τομέα της συγκεκριμένης περιόδου. Συγκεκριμένα, οι Δείκτες Οικονομικού Κλίματος, επιχειρηματικών προσδοκιών στη Βιομηχανία και Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης διαμορφώθηκαν στις 107,2, 106,8 και -6,8 μονάδες αντίστοιχα, ενώ οι καλύτερες επιδόσεις τους είχαν σημειωθεί το 2000 (Ιούλιος: 120,5 μον., Μάρτιος: 117,6 μον. και Απρίλιος: 3,2 μον.). Επιπλέον, τον Μάιο του 2007 είχαν καταγραφεί οι υψηλότερες τιμές των δεικτών επιχειρηματικών προσδοκιών στο Λιανικό Εμπόριο (128,7 μον.) και τις Υπηρεσίες (120,3 μον.), ενώ τον Σεπτέμβριο του 2019 οι εν λόγω δείκτες διαμορφώθηκαν στις 126,5 και 105,2 μονάδες αντίστοιχα. Αντίθετα, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στις Κατασκευές διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στις 50,8 μονάδες, απέχοντας σημαντικά από τις 155,7 μονάδες, η οποία ήταν η ανώτατη τιμή της περιόδου Ιανουαρίου 2000-Σεπτεμβρίου 2019.

Σημαντική αύξηση καταθέσεων

Παράλληλα, η βελτίωση του Οικονομικού Κλίματος αντανακλάται και στις εισροές καταθέσεων και το δείκτη πρόθεσης για αποταμίευση το επόμενο δωδεκάμηνο (Γράφημα 2). Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο γράφημα αποτυπώνουν τη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών κεφαλαίου προς την ελληνική οικονομία και το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, μια εξέλιξη ιδιαίτερης σημασίας για τη ρευστότητα, δεδομένου ότι τα πιστωτικά ιδρύματα είναι βασική πηγή χρηματοδότησης των επενδυτικών σχεδίων.

Αναφορικά με τις εισροές καταθέσεων, οι κύριες πηγές είναι δύο: πρώτον, ο επαναπατρισμός των καταθέσεων ή η επιστροφή των χρημάτων που αποθησαυρίστηκαν στην περίοδο της υψηλής αβεβαιότητας σχετικά με την παραμονή της χώρας στο ευρώ και δεύτερον, η «φρέσκια» αποταμίευση (δηλαδή το ποσοστό του τρέχοντος εισοδήματος που απομένει μετά την κατανάλωση και την αποπληρωμή των φορολογικών υποχρεώσεων), ως αποτέλεσμα της αύξησης του εισοδήματος και της απασχόλησης.

Όσον αφορά την πρώτη πηγή, η αύξηση των καταθετικών ροών μπορεί να συνδέεται με τη μείωση της διαφοράς των αποδόσεων (spread) των ομολόγων που συνιστά μέτρο εμπιστοσύνης στην οικονομία,  ιδιαίτερα μετά την πλήρη άρση των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων.

Ειδικότερα, όπως απεικονίζεται στο γράφημα, υπάρχει αρνητική συσχέτιση μεταξύ της διαφοράς απόδοσης του ελληνικού από το γερμανικό ομόλογο και των καταθετικών ροών επιχειρήσεων και νοικοκυριών, καθώς και των προσδοκιών των νοικοκυριών για τη μελλοντική τους αποταμίευση. Συνεπώς, η ανοδική τάση, από τα μέσα του 2017, της πορείας των καταθέσεων συνδέεται τόσο με τη σταδιακή βελτίωση της πρόθεσης αποταμίευσης τους επόμενους 12 μήνες, όσο και με τη σημαντική αποκλιμάκωση του spread του 10-ετούς ομολόγου. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον Ιούνιο του 2017 η μέση μηνιαία εισροή καταθέσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων ανέρχεται σε 760 εκατ. ευρώ, ενώ το spread του 10-ετούς ομολόγου έχει μειωθεί άνω των 300 μονάδων βάσης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σταϊκούρας: Η Ελλάδα έτοιμη για την καλύτερη δυνατή χρήση του Ταμείου

Ο υπουργός Οικονομικών, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ και ο διοικητής της ΤτΕ τόνισαν το συμβολικό αλλά και ουσιαστικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για τη διαχείριση της κρίσης της πανδημίας.