Σε τροχιά ισχυρής ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια βρίσκεται η ελληνική αγορά οπτικοακουστικών παραγωγών, με τα χρηματοδοτικά εργαλεία να έχουν αποτελέσει «καύσιμο» για την ανοδική τροχιά.
Όπως επισημαίνει μελέτη του ΙΟΒΕ, η ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου, η λειτουργία επενδυτικών κινήτρων και η αξιοποίηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων έχουν συμβάλει καθοριστικά στην προσέλκυση εγχώριων και διεθνών παραγωγών, έχουν μετατρέψει την Ελλάδα σε ολοένα και πιο ανταγωνιστικό προορισμό για κινηματογραφικά και τηλεοπτικά έργα.
Ο κλάδος παραγωγής οπτικοακουστικών έργων και προβολής ταινιών έχει καταγράψει εντυπωσιακή άνοδο, με τον κύκλο εργασιών και την απασχόληση να έχουν υπερδιπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, σημειώνοντας αύξηση 137% και 147% αντίστοιχα.
Τα χρηματοδοτικά εργαλεία και ο ρόλος του cash rebate
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, από το 2019 έως τα μέσα του 2026 διατέθηκαν περισσότερα από 307 εκατ. ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης για την παραγωγή και προώθηση οπτικοακουστικών έργων στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει το ΙΟΒΕ από το Ευρωπαϊκό Οπτικοακουστικό Παρατηρητήριο, οι δημόσιες πηγές χρηματοδότησης —που περιλαμβάνουν τόσο τα επενδυτικά κίνητρα όσο και τις άμεσες επιχορηγήσεις— συμμετέχουν κατά 47% έως 51% στη συνολική χρηματοδότηση ευρωπαϊκών ταινιών. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ότι η δημόσια στήριξη εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την παραγωγή οπτικοακουστικών έργων στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των πόρων κατευθύνθηκε μέσω του μηχανισμού cash rebate, ωστόσο σημαντική συμβολή είχαν και τα επιλεκτικά προγράμματα ανάπτυξης και παραγωγής, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα.
Ο βασικός πυλώνας χρηματοδότησης των οπτικοακουστικών παραγωγών στην Ελλάδα είναι το πρόγραμμα επιστροφής δαπανών (cash rebate), το οποίο λειτουργεί ως επενδυτικό κίνητρο για την πραγματοποίηση γυρισμάτων και παραγωγών στη χώρα.
Το μέτρο θεσπίστηκε το 2017 με ποσοστό ενίσχυσης 25% επί των επιλέξιμων δαπανών και, μετά από διαδοχικές βελτιώσεις, διαμορφώθηκε στο 40% από το 2020, ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των πιο ανταγωνιστικών χωρών διεθνώς.
Το εργαλείο αφορά κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, ντοκιμαντέρ, animation, αλλά και ψηφιακά παιχνίδια, μετά τις πρόσφατες θεσμικές παρεμβάσεις που διεύρυναν το πεδίο εφαρμογής του.
Η λογική του μηχανισμού είναι ότι κάθε παραγωγή που πραγματοποιεί δαπάνες στην Ελλάδα ενισχύει άμεσα την εγχώρια οικονομία μέσω αμοιβών, ενοικιάσεων εξοπλισμού, ξενοδοχειακών υπηρεσιών, μεταφορών, κατασκευών σκηνικών και δεκάδων άλλων κλάδων που συνδέονται με τα γυρίσματα.
Η σημασία του εργαλείου αποτυπώνεται και στα στοιχεία χρηματοδότησης. Το 81% των δημόσιων πόρων που κατευθύνθηκαν στον κλάδο από το 2019 έως το 2026 αφορά έργα που αξιοποίησαν το cash rebate, γεγονός που αναδεικνύει τον κεντρικό ρόλο του στην προσέλκυση επενδύσεων και στην υλοποίηση παραγωγών.
Παράλληλα, η χώρα διαθέτει και φορολογικό κίνητρο (tax deduction), μέσω του οποίου το 30% των επιλέξιμων δαπανών εκπίπτει από τα φορολογητέα αποτελέσματα των χρηματοδοτών ενός έργου.
Αν και δεν λειτουργεί ως tax credit, όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αποτελεί συμπληρωματικό εργαλείο χρηματοδότησης για επενδυτές και παραγωγούς.
Πέραν των επενδυτικών κινήτρων, οι παραγωγοί μπορούν να αξιοποιήσουν τα επιλεκτικά προγράμματα ανάπτυξης και παραγωγής που διαχειρίζεται ο ΕΚΚΟΜΕΔ, καθώς και πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Τα επιλεκτικά προγράμματα του ΕΚΚΟΜΕΔ, απευθύνονται κυρίως σε έργα που παρουσιάζουν ιδιαίτερη καλλιτεχνική, πολιτιστική ή αναπτυξιακή αξία και καλύπτουν διαφορετικά στάδια της παραγωγικής διαδικασίας.
Σε αντίθεση με το cash rebate, που λειτουργεί ως αυτοματοποιημένο επενδυτικό κίνητρο βάσει δαπανών, τα επιλεκτικά προγράμματα βασίζονται σε αξιολόγηση της ποιότητας και των προοπτικών κάθε πρότασης.
Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτέλεσε έναν από τους βασικούς μηχανισμούς διοχέτευσης πρόσθετων πόρων προς τη δημιουργική οικονομία κατά την περίοδο μετά την πανδημία.
Οι χρηματοδοτήσεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση παραγωγών, την ανάπτυξη υποδομών, τον ψηφιακό μετασχηματισμό επιχειρήσεων του κλάδου και την αναβάθμιση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του οικοσυστήματος.
Σημαντική είναι επίσης η πρόσβαση σε ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη» (Creative Europe), το Eurimages και το Digital Europe, τα οποία χρηματοδοτούν δράσεις ανάπτυξης, συμπαραγωγών, διανομής και καινοτομίας στον οπτικοακουστικό τομέα.
Η πρόσφατη δημιουργία του ΕΚΚΟΜΕΔ, μέσω της συγχώνευσης του ΕΚΟΜΕ και του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, επιδιώκει να ενισχύσει περαιτέρω τη συνοχή του συστήματος χρηματοδότησης, ενώ παράλληλα επεκτείνει την υποστήριξη και στον ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα των ψηφιακών παιχνιδιών.
Το οικονομικό αποτύπωμα στην οικονομία και τον τουρισμό
Η ανάπτυξη του οπτικοακουστικού τομέα δεν περιορίζεται μόνο στην παραγωγική δραστηριότητα, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο της οικονομίας μέσω ισχυρών πολλαπλασιαστικών επιδράσεων.
Σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ, η οποία παρουσιάστηκε χθες, η οπτικοακουστική βιομηχανία συνεισφέρει συνολικά 1,9 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ της χώρας, ποσό που αντιστοιχεί στο 0,9% της οικονομίας, στηρίζει σχεδόν 44.000 θέσεις εργασίας και αποφέρει 581 εκατ. ευρώ σε δημόσια έσοδα.
Ειδικότερα, ο κλάδος παραγωγής ταινιών, βίντεο, τηλεοπτικών προγραμμάτων και προβολής ταινιών παράγει συνολική επίδραση άνω του 1,1 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ και υποστηρίζει περισσότερες από 25.500 θέσεις εργασίας.
Η άμεση επίδραση του συγκεκριμένου κλάδου ανέρχεται σε 449 εκατ. ευρώ, ενώ οι έμμεσες και προκαλούμενες επιδράσεις προσθέτουν ακόμη 662 εκατ. ευρώ στην οικονομία.
Η μελέτη δείχνει ότι από τη συνολική επίδραση του 1,9 δισ. ευρώ τα 775 εκατ. ευρώ προέρχονται από την άμεση δραστηριότητα του κλάδου, 372 εκατ. ευρώ από τις έμμεσες επιδράσεις στην αλυσίδα προμηθευτών και ακόμη 767 εκατ. ευρώ από την προκαλούμενη επίδραση που δημιουργείται μέσω της κατανάλωσης και των εισοδημάτων που παράγει ο τομέας.
Η μελέτη καταδεικνύει ότι για κάθε 1 ευρώ άμεσης συνεισφοράς του τομέα στο ΑΕΠ δημιουργούνται επιπλέον 1,47 ευρώ στην οικονομία μέσω της αλυσίδας εφοδιασμού και της κατανάλωσης των νοικοκυριών. Αντίστοιχα, κάθε 1 ευρώ που προστίθεται στο ΑΕΠ από την παραγωγή μιας κινηματογραφικής ταινίας δημιουργεί συνολική οικονομική επίδραση 2,67 ευρώ.
Μάλιστα, η δυναμική των διεθνών παραγωγών, μάλιστα, υπερβαίνει τα όρια του ίδιου του κλάδου, με τη μελέτη να εντοπίζει σαφή σύνδεση ανάμεσα στις διεθνείς οπτικοακουστικές παραγωγές και στην τουριστική κίνηση των περιοχών όπου πραγματοποιούνται γυρίσματα.
Για την ακρίβεια, κάθε επιπλέον 1.000 ευρώ που διατίθενται μέσω του προγράμματος cash rebate για διεθνείς παραγωγές σε μια περιφέρεια της χώρας συνδέονται με αύξηση των αφίξεων αλλοδαπών τουριστών κατά 31 έως 43 άτομα και με 45 έως 105 επιπλέον διανυκτερεύσεις.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η συμβολή του κλάδου στον τουρισμό. Η προσέλκυση διεθνών παραγωγών στην Ελλάδα, μέσω του συστήματος cash rebate, έχει συνδεθεί με αυξημένες τουριστικές ροές σε περιοχές όπου πραγματοποιούνται γυρίσματα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, αύξηση της δαπάνης cash rebate κατά 1.000 ευρώ για διεθνείς παραγωγές συνδέεται με αύξηση 31 έως 43 αλλοδαπών επισκεπτών και 45 έως 105 επιπλέον διανυκτερεύσεων.
Η αντίστοιχη ενίσχυση της τουριστικής δαπάνης εκτιμάται μεταξύ 17.700 και 24.600 ευρώ.
Σύμφωνα με τη μελέτη, την περίοδο 2019-2024 πραγματοποιήθηκαν 90 διεθνείς κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές σε διαφορετικές περιοχές της χώρας από την Αθήνα και την Κρήτη έως τη Νάξο, την Κέρκυρα και τη Μάνη, μετατρέποντας το ελληνικό τοπίο σε εξαγώγιμο προϊόν με οικονομικό αποτύπωμα που εκτείνεται πολύ πέρα από τις κάμερες και τα κινηματογραφικά πλατό.
Τα περισσότερα διεθνή γυρίσματα πραγματοποιούνται στην Αττική, ωστόσο έντονη δραστηριότητα καταγράφεται και σε δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, όπως οι Κυκλάδες, η Κρήτη και η Κέρκυρα. Στην κορυφή της λίστας βρίσκεται η Αθήνα και ο Πειραιάς με 29 παραγωγές, ενώ ακολουθούν η Κρήτη και η περιοχή Αργοσαρωνικού και Κυθήρων με οκτώ παραγωγές η καθεμία.
Η προβολή των περιοχών αυτών μέσα από ταινίες και σειρές δημιουργεί πρόσθετη αναγνωρισιμότητα, ενισχύοντας το φαινόμενο του film tourism, το οποίο αποτελεί πλέον σημαντικό εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης.