Σημαντική ανάκαμψη σημείωσε ο τραπεζικός δανεισμός προς τα νοικοκυριά το 2025, καθώς ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης διαμορφώθηκε σε οριακά θετικό επίπεδο για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια, αγγίζοντας το +0,7%.
Όπως προκύπτει από την Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας Ελλάδος για το έτος 2025, η επιβράδυνση του ρυθμού συρρίκνωσης των στεγαστικών δανείων και η σταδιακή επιστροφή τους σε θετικό έδαφος, σε συνδυασμό με την περαιτέρω επιτάχυνση της καταναλωτικής πίστης, οδήγησαν τον ιδιωτικό τομέα σε θετικά επίπεδα δανεισμού.
Συγκεκριμένα, το 2025 τα στεγαστικά δάνεια κατέγραψαν οριακή αύξηση +0,7% έναντι μείωσης -2,6% το προηγούμενο έτος.
Αντιστοίχως, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καταναλωτικών δανείων ενισχύθηκε στο 7%, από 6,3% το 2024, με «όχημα» την αύξηση των καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών.
Αξίζει να αναφερθεί πως η ανάκαμψη της στεγαστικής πίστης είχε ξεκινήσει από το 2019, με τις νέες χορηγήσεις να αυξάνονται σε ετήσια βάση. Ωστόσο, η καθαρή ροή παρέμενε αρνητική, καθώς οι αποπληρωμές ήταν υψηλότερες από τις νέες εκταμιεύσεις.
Η αλλαγή ήρθε σταδιακά, όταν τα τραπεζικά επιτόκια για αγορά κατοικίας άρχισαν να μειώνονται, ενώ ταυτόχρονα έκαναν την εμφάνισή τους τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα «Σπίτι μου» και «Σπίτι μου ΙΙ», τα οποία έδωσαν την τελική ώθηση στην στεγαστική πίστη και την έφεραν σε θετικό έδαφος.
Πώς ενισχύθηκε η στεγαστική πίστη
Η επιστροφή των στεγαστικών δανείων σε θετικό επίπεδο δεν ήρθε τυχαία, αλλά ήταν αποτέλεσμα συγκροτημένων προσπαθειών από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Όπως προαναφέρθηκε, το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» έχει προσφέρει μια ουσιαστική «ένεση» ρευστότητας στην αγορά ακινήτων, καθώς μέχρι σήμερα έχουν ολοκληρωθεί συμβασιοποιήσεις δανείων ύψους 1 δισ. ευρώ και εγκρίσεις νέων δανείων που ανέρχονται στα 1,5 δισ. ευρώ.
Ως αποτέλεσμα, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα που διαχειρίζεται το πρόγραμμα έχει βοηθήσει σχεδόν 12.000 νοικοκυριά να αποκτήσουν την πρώτη τους κατοικία.
Ωστόσο, πολλοί πολίτες μένουν εκτός του προγράμματος. Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, η «παραγωγική» ηλικία των Ελλήνων στην οποία μπορούν υπεύθυνα να λάβουν και να αποπληρώσουν ένα στεγαστικό δάνειο είναι συχνά μετά τα 35, με αποτέλεσμα το κυβερνητικό πρόγραμμα να μην μπορεί να τους χρηματοδοτήσει.
Απάντηση σε αυτό το «κενό» έδωσαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, οι οποίες προσφέρουν ειδικά προϊόντα για αγορά πρώτης κατοικίας με προνομιακούς όρους, που καλύπτουν τις ανάγκες ενδιαφερόμενων που δεν πληρούν τα αυστηρά εισοδηματικά ή πολεοδομικά κριτήρια του «Σπίτι μου ΙΙ».
Σύμφωνα με πληροφορίες, το ενδιαφέρον των πολιτών για αυτά τα προϊόντα είναι έντονο, τροφοδοτώντας τη στεγαστική πίστη, καθώς το ηλικιακό όριο αυξάνεται στα 50 έτη, ενώ τα εισοδηματικά κριτήρια είναι πιο ελαστικά.
Από τα χαμηλότερα σταθερά επιτόκια στην Ευρώπη
Κόντρα στην ανοδική τάση που ακολούθησαν τα σταθερά επιτόκια στεγαστικών δανείων σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, η Ελλάδα προχώρησε σε μείωση και βρέθηκε στην τέταρτη θέση με τα χαμηλότερα επιτόκια, από πέμπτη που ήταν προηγουμένως.
Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), τον Δεκέμβριο του 2025 τα επιτόκια στεγαστικών δανείων σταθερά έως 5 έτη διαμορφώθηκαν στο 2,98% για τη χώρα μας, από 3,04% που ήταν τον προηγούμενο μήνα, την ίδια στιγμή που ο μέσος όρος της Ευρωζώνης ανέβηκε στο 3,37% τον Δεκέμβριο από 3,35% που ήταν τον προηγούμενο μήνα.
Μάλιστα, οι περισσότερες χώρες στη ζώνη του ευρώ ανέβαζαν τα επιτόκια στεγαστικών δανείων τον Δεκέμβριο του 2025, υπογραμμίζοντας ακόμη πιο έντονα την διορθωτική τάση της Ελλάδας.
Οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή
Μέχρι πρόσφατα, οι επικεφαλής των τραπεζών ήταν σίγουροι πως η ενίσχυση της στεγαστικής πίστης θα συνεχιζόταν με ακόμη πιο γρήγορους ρυθμούς στα επόμενα χρόνια, όμως η κρίση στη Μέση Ανατολή γεννά αμφιβολίες.
Σύμφωνα με την έως τώρα εικόνα, οι ισολογισμοί των τραπεζών είναι καλά προστατευμένοι, τόσο από τον πόλεμο όσο και από τις αναμενόμενες αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις στην καταναλωτική και στεγαστική πίστη είναι ακόμη άγνωστες, με την αγορά να έχει εκφράσει ανησυχίες πως μια αύξηση στα επιτόκια θα έχει άμεσες επιδράσεις τόσο στις χορηγήσεις νέων δανείων όσο και στην αποπληρωμή των υφιστάμενων.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό τον πληθωρισμό, που τον Φεβρουάριο κινήθηκε στο 3,1% στην Ελλάδα, μια αύξηση στα επιτόκια δανεισμού ενδέχεται να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για αρκετά νοικοκυριά που ήταν σε σκέψεις για τη λήψη στεγαστικού δανείου.
Σε ένα ακόμη πιο δυσμενές σενάριο, η απότομη αύξηση των επιτοκίων δεν θα οδηγήσει μόνο στον περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης, αλλά γεννά τον κίνδυνο για τη δημιουργία μιας νέας γενιάς κόκκινων δανείων.