Το οικονομικό πακέτο που θα παρουσιαστεί στη φετινή ΔΕΘ αναμένεται να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ, όπως δήλωσε ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης σε συνέντευξή του στο ΕΡΤnews.
Σύμφωνα με τον υπουργό, οι τελικές αποφάσεις για το πακέτο θα ληφθούν από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ στο επίκεντρο των μέτρων θα βρεθούν η μεσαία τάξη, οι συνταξιούχοι, οι οικογένειες, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι νέοι.
Ο κ. Παπαθανάσης απέρριψε τα σενάρια ύφεσης μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, επισημαίνοντας ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Συγκεκριμένα, ανέφερε πρόβλεψη για ανάπτυξη 2% στην Ελλάδα, έναντι 0,9% στην Ευρώπη.
Αναφορικά με το Ταμείο Ανάκαμψης, ο αναπληρωτής υπουργός σημείωσε ότι το δανειακό σκέλος έχει επιτευχθεί πλήρως, ενώ το σκέλος των επιδοτήσεων πρέπει να ολοκληρωθεί έως τις 31 Αυγούστου, με την υλοποίηση των απαιτούμενων έργων. Ο κ. Παπαθανάσης υπογράμμισε ότι η ολοκλήρωση του Ταμείου δεν σημαίνει διακοπή των αναπτυξιακών χρηματοδοτήσεων. Η κυβέρνηση σχεδιάζει την επόμενη ημέρα μέσω του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης και άλλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης και τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία
Στον πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής βρίσκεται το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, με συνολικούς πόρους 23 δισ. ευρώ, έναντι 10 δισ. του προηγούμενου προγράμματος. Ο κ. Παπαθανάσης χαρακτήρισε το νέο πρόγραμμα βασικό εργαλείο για τη χρηματοδότηση της οικονομίας μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, με τους πόρους να κατευθύνονται σε έργα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.
Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στους πόρους του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου για τη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων, αλλά και σε εργαλεία για την ενεργειακή ανθεκτικότητα και τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας. Το Ταμείο προβλέπει παρεμβάσεις για στέγαση, μεταφορές και αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.
Ο κ. Παπαθανάσης τόνισε πως «αν δεν μετουσιώνεται η πολιτική σε βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη, τότε δεν έχει αξία», συνδέοντας την αναπτυξιακή πολιτική με την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης.
Ανάπτυξη και δημοσιονομικός χώρος
Σε ερωτήσεις για πιθανή επιβράδυνση μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, ο αναπληρωτής υπουργός εμφανίστηκε κατηγορηματικός: «Δεν θα υπάρξει ύφεση». Υποστήριξε ότι η Ελλάδα συνεχίζει με ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από την Ευρώπη, με το επενδυτικό κενό να έχει περιοριστεί σημαντικά.
Επισήμανε τη μείωση της ανεργίας στο 8% από περίπου 18% στο παρελθόν και τη δημιουργία πάνω από 600.000 θέσεων εργασίας. Η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, σύμφωνα με τον ίδιο, προκύπτει τόσο από νέες θέσεις εργασίας και αυξήσεις μισθών όσο και από τη μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων.
Το πακέτο της ΔΕΘ θα ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ, με τις τελικές αποφάσεις να ανήκουν στον πρωθυπουργό. Ο κ. Παπαθανάσης συνέδεσε τις δημοσιονομικές δυνατότητες με τη λεγόμενη ρήτρα διαφυγής, για την οποία η Ελλάδα έχει υποβάλει αίτημα ενεργοποίησης, προκειμένου να υπάρξει πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για έργα ενεργειακής ανθεκτικότητας.
Η δυνατότητα αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε επιπλέον δημοσιονομικό χώρο τα επόμενα χρόνια, χωρίς να σημαίνει ότι το σύνολο των ποσών θα διατεθεί άμεσα για μέτρα του 2027. Για το 2027, ο πρωθυπουργός θα επιλέξει τις παρεμβάσεις που θα ανακοινώσει στη ΔΕΘ, ανάλογα με το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο.
Στεγαστική πολιτική και προγράμματα στήριξης
Ο κ. Παπαθανάσης αναφέρθηκε στις δράσεις για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, υπογραμμίζοντας την κατασκευή πάνω από 8.000 φοιτητικών εστιών σε όλη τη χώρα – τη μεγαλύτερη παρέμβαση του είδους στην Ελλάδα. Επισήμανε, επίσης, την αύξηση του φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος, που σε περιπτώσεις συγκατοίκησης μπορεί να φτάσει τα 2.500 ευρώ ανά φοιτητή.
Για το πρόγραμμα «Σπίτι μου 2», ανέφερε ότι έχουν ήδη ωφεληθεί περίπου 14.000 κατοικίες, με τον αριθμό να αναμένεται να αυξηθεί ως την ολοκλήρωσή του. Η ημερομηνία εκταμίευσης του προγράμματος μεταφέρθηκε στις 31 Αυγούστου 2026.
Σχετικά με την ανακαίνιση κλειστών κατοικιών, υπάρχουν περίπου 9.000 αιτήσεις από ιδιοκτήτες που επιθυμούν να αξιοποιήσουν ακίνητα. Ο συνολικός αριθμός των κατοικιών που θα ενταχθούν στις δράσεις αυτές εκτιμάται ότι θα αυξηθεί. Στόχος, όπως είπε, είναι η σταδιακή αύξηση της προσφοράς κατοικιών και η δημιουργία περισσότερων επιλογών για όσους αναζητούν σπίτι, όχι η επίλυση του στεγαστικού με ένα μόνο πρόγραμμα.
Στήριξη μικρομεσαίων και επενδύσεις
Ο κ. Παπαθανάσης απέρριψε την κριτική της αντιπολίτευσης ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνθηκαν κυρίως σε μεγάλες επιχειρήσεις. Υποστήριξε ότι περίπου το 60% των δανείων του δανειακού σκέλους αφορά μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ για το μέλλον προβλέπονται νέα χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, με στόχο την πρόσβαση μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων σε χαμηλότοκα δάνεια.
Υπερασπίστηκε τη συνολική επίδραση του Ταμείου στην καθημερινότητα, αναφέροντας προγράμματα προληπτικών εξετάσεων, ανακαινίσεις νοσοκομείων και Κέντρων Υγείας, έργα υποδομών, σχολεία και διαδραστικούς πίνακες. Πάνω από 2 εκατ. πολίτες έχουν κάνει προληπτικές εξετάσεις, με περισσότερες από 30.000 γυναίκες να εντοπίζονται σε προκαρκινικό στάδιο μέσω των σχετικών προγραμμάτων.
Πολιτική Προστασία και επόμενα έργα
Απαντώντας στην κριτική για τους πόρους που διατέθηκαν στην Πολιτική Προστασία, ο αναπληρωτής υπουργός ανέφερε ότι υλοποιείται το μεγαλύτερο πρόγραμμα πολιτικής προστασίας που έχει υπάρξει στη χώρα, με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ και εθνικούς πόρους.
Έργα που ξεκίνησαν με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης μπορούν να συνεχίσουν να χρηματοδοτούνται από άλλα εργαλεία, όπως έργα ύδρευσης, μέσα πολιτικής προστασίας και δράσεις για το φυσικό περιβάλλον.
Ο κ. Παπαθανάσης τόνισε ότι η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δεν σηματοδοτεί το τέλος των δημόσιων επενδύσεων, αλλά τη μετάβαση σε ένα νέο μίγμα χρηματοδοτικών εργαλείων, με το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο.
Καταλήγοντας, ο αναπληρωτής υπουργός υπογράμμισε ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης θα συνεχίσει να στηρίζεται στην επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις, με στόχο η ανάπτυξη να μεταφράζεται σε αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.