Με ρυθμό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης έκλεισε το 2025 για την ελληνική οικονομία, επιβεβαιώνοντας για μία ακόμη χρονιά την ανθεκτικότητα της ανάπτυξης, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον, σημειώνει ο Chief Economist της Eurobank, Τάσος Αναστασάτος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία για το τέταρτο τρίμηνο, το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,4% σε ετήσια βάση, οδηγώντας την ετήσια ανάπτυξη στο 2,1%, έναντι 1,4% στην Ευρωζώνη.
Η πορεία της οικονομίας το 2025, τονίζει σε σημειωμάτου, στηρίχθηκε κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αυξήθηκε κατά 2,1% και συνεισέφερε 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στην ανάπτυξη.
Μάλιστα, προς το τέλος του έτους η κατανάλωση επιτάχυνε, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Την ίδια στιγμή, σημαντική ώθηση έδωσαν και οι επενδύσεις παγίων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 8,9% το 2025 και αποτέλεσαν τον μεγαλύτερο παράγοντα αύξησης του ΑΕΠ, με συμβολή 1,5 ποσοστιαίας μονάδας.
Η δυναμική τους ενισχύθηκε ιδιαίτερα το δεύτερο εξάμηνο του έτους, με αύξηση άνω του 13% στο τρίτο και 14% στο τέταρτο τρίμηνο, κυρίως χάρη στις επενδύσεις σε κατοικίες, μηχανολογικό εξοπλισμό, κατασκευές και μεταφορικά μέσα.
Θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 1,7% σε πραγματικούς όρους, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 1,3%, γεγονός που βελτίωσε τη συνολική συνεισφορά του εξωτερικού ισοζυγίου στο ΑΕΠ.
Η εξέλιξη αυτή οφείλεται τόσο στην ισχυρή τουριστική χρονιά, με αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά 9,4% σε ονομαστικούς όρους, όσο και στη μείωση των διεθνών τιμών ενέργειας, που περιόρισε την αξία των εισαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ως αποτέλεσμα, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025 από 7,2% το 2024.
Ωστόσο, οι πρόσφατες αυξήσεις στις τιμές ενέργειας λόγω των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή αποτελούν πιθανό κίνδυνο για τη φετινή πορεία του εξωτερικού ισοζυγίου.
Η ανάπτυξη συνοδεύτηκε και από περαιτέρω βελτίωση της αγοράς εργασίας. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,9% το 2025 από 10,1% το 2024, ενώ ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά περίπου 64 χιλιάδες άτομα.
Παράλληλα, οι μισθοί αυξήθηκαν κατά 3,8%, ξεπερνώντας τον πληθωρισμό, ενώ η παραγωγικότητα παρουσίασε επίσης ήπια άνοδο.
Σε επίπεδο κλάδων, τη μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας είχαν οι κατασκευές, οι οποίες σημείωσαν άνοδο 12,8%, καθώς και ο ευρύτερος δευτερογενής τομέας. Αντίθετα, πτώση κατέγραψε ο διευρυμένος κλάδος εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης.
Για το 2026, οι προοπτικές παραμένουν θετικές αλλά συνοδεύονται από αυξημένες αβεβαιότητες. Η ένταση στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να δημιουργήσει στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, εφόσον επηρεάσει τις τιμές ενέργειας και τη διεθνή οικονομική δραστηριότητα.
Την ίδια στιγμή, η επιτάχυνση της υλοποίησης των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό αντικυκλικό στήριγμα για την οικονομία.
Ωστόσο, σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η ελληνική οικονομία καλείται να μεταβάλει το υπόδειγμα ανάπτυξής της. Η αύξηση της απασχόλησης, που αποτέλεσε βασικό μοχλό τα προηγούμενα χρόνια, δεν αρκεί από μόνη της για τη διατήρηση υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης.
Κρίσιμη προϋπόθεση αποτελεί η ταχύτερη άνοδος της παραγωγικότητας, μέσω αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων, ενίσχυσης των ιδιωτικών επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που θα ενσωματώνουν περισσότερη γνώση και καινοτομία στην παραγωγική βάση της χώρας.
Το σημείωμα του κ. Αναστασάτου για το ΑΕΠ
Το ελληνικό ΑΕΠ σημείωσε το 4ο τρίμηνο του 2025 πραγματική αύξηση κατά 2,4% σε ετήσια βάση (0,8% σε τριμηνιαία βάση).
Αυτό, μαζί με κάποιες οριακές αναθεωρήσεις προς τα πάνω των προηγούμενων δύο τριμήνων, κατέληξε σε ανάπτυξη 2,1% για το σύνολο του έτους, υψηλότερο από τον μέσο αντίστοιχο στην Ευρωζώνη (1,4% ΥοΥ), αν και με μικρότερη διαφορά σε σχέση με προηγούμενα έτη.
Το αποτέλεσμα σχεδόν ταυτίζεται, για μία ακόμη χρονιά, με την δική μας πρόβλεψη (2.0%). Το ονομαστικό ΑΕΠ στο τέλος του 2025 έφτασε τα €248,4δις. Σε πραγματικούς όρους, το ΑΕΠ έχει ανακτήσει το 48,7% των απωλειών της κρίσης χρέους.
Για μία ακόμη χρονιά, βασική κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης ήταν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά +2,1% στο σύνολο του έτους, η οποία συνεισέφερε 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στην ετήσια ανάπτυξη.
Μάλιστα, η κατανάλωση έβαινε επιταχυνόμενη προς το τέλος του έτους (+2,5%YoY, έναντι 1,4% το 3ο τρίμηνο ή +0,8%QoQ, έναντι 0,4% το 3ο τρίμηνο), παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός παραμένει σημαντικά πάνω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Ωστόσο, τα δύο τελευταία τρίμηνα, και μετά από αρκετά τρίμηνα μονοψήφιων αυξήσεων, ισχυρή συμμετοχή στην ανάπτυξη έχουν και οι επενδύσεις παγίων (+14,0%YoY το 4ο τρίμηνο, +13,2%YoY το 3ο τρίμηνο).
Συνολικά για το 2025, οι επενδύσεις παγίων αυξήθηκαν κατά 8,9%, έχοντας τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5 π.μ.
Τη μεγαλύτερη συνεισφορά στις επενδύσεις είχαν οι κατοικίες (+€1,16 δις) και έπονται σε απόσταση ο Μηχανολογικός εξοπλισμός και οπλικά συστήματα (+€683,6 εκατ.), οι Άλλες κατασκευές (+668,9 εκατ.) και ο Μεταφορικός εξοπλισμός (+€600,7 εκατ.).
Τα τμήματα πλην κατοικιών επωφελούνται και από την επιτάχυνση της υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) για την μεγιστοποίηση της απορρόφησης των διαθέσιμων πόρων εν όψει της λήξης του προγράμματος φέτος.
Σε αντίθεση με προηγούμενα έτη, η μεταβολή των αποθεμάτων παρουσιάζεται έντονα αρνητική, γεγονός που πιθανώς σχετίζεται με την πρόοδο των συναφών επενδυτικών έργων αλλά και την υπολειμματική φύση του μεγέθους.
Συνολικά για το 2025, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 1,7%, ενώ οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 1,3% σε πραγματικούς όρους, με αποτέλεσμα ο εξωτερικός τομέας να έχει συνολικά θετική συνεισφορά στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ.
Αυτό εν μέρει οφείλεται στην καλή πορεία του τουρισμού (αύξηση ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά 9,4% σε ονομαστικούς όρους έναντι του 2024), αλλά σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται και με τα χαμηλότερα επίπεδα που επικράτησαν το 2025 στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, που μείωσαν την αξία των αντίστοιχων εισαγωγών.
Αντίθετα, οι εισαγωγές αγαθών πλην πετρελαίου συνέχισαν να αυξάνονται (+3% σε ονομαστικές τιμές, +2,4% σε πραγματικές τιμές).
Ως αποτέλεσμα, το έλλειμμα του ΙΤΣ περιορίστηκε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 7,2% το 2024. Σημειώνεται ότι η αύξηση των τιμών της ενέργειας που καταγράφεται αυτές τις μέρες λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή, εφόσον επιμείνει, αποτελεί ανοδικό κίνδυνο για το έλλειμμα του ΙΤΣ κατά το τρέχον έτος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η αύξηση της κατανάλωσης στηρίζεται και από την αύξηση των μισθών κατά 3,8% το 2025, η οποία πλέον υπερβαίνει τον πληθωρισμό (2,9% ο εναρμονισμένος, έναντι 2% μ.ο. στην Ευρωζώνη).
Ωστόσο, προς το παρόν δεν ασκούνται πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές καθότι αυξάνεται ήπια και η παραγωγικότητα (+1,2% ΥοΥ η παραγωγικότητα κατ’ άτομο, αλλά +2,7% YoY η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας).
Παρά ταύτα, η θετική απόκλιση του πληθωρισμού από το μέσο όρο της Ευρωζώνης που καταγράφεται συστηματικά τα τελευταία τρίμηνα αποτελεί μακροπρόθεσμο κίνδυνο.
Όσον αφορά την κλαδική διάρθρωση της οικονομικής δραστηριότητας, η άνοδος της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας της οικονομίας κατά το σύνολο του 2025 τροφοδοτήθηκε κυρίως από τις Κατασκευές (+12,8% YoY) και τον ευρύτερο δευτερογενή τομέα (+2,6% YoY), ενώ θετική συμβολή είχαν επίσης οι Χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες (+5,0% YoY). Αντίθετα, ο διευρυμένος κλάδος εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων κι εστίασης υποχώρησε κατά -1,9% YoY.
Η ανάπτυξη συνοδεύτηκε από μείωση της ανεργίας στο 8,9% του εργατικού δυναμικού το 2025, από 10,1% το 2024, ενώ ο αριθμός των ανέργων περιορίστηκε κατά 57,8 χιλ. (στους 422,0 χιλ.). Ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά 63,8 χιλ. στους 4.339,7 χιλ., αλλά υπολείπεται κατά 270,8 χιλ. από το μέγιστο αριθμό τους το 2008.
Συμπερασματικά, η αναπτυξιακή υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης συνεχίστηκε και το 2025, έστω και ηπιότερα σε σχέση με προηγούμενα έτη.
Για το 2026, η πολεμική σύρραξη στην ευρύτερη περιοχή απειλεί με στασιμοπληθωριστικές επιδράσεις, εφόσον επεκταθεί χωρικά και χρονικά.
Το ΤΑΑ, παρέχει μία αντιστάθμιση της αστάθειας του εξωτερικού περιβάλλοντος, λειτουργώντας ως αντικυκλικό εργαλείο.
Επομένως, η επιτάχυνση των δράσεων για την μεγιστοποίηση της απορρόφησης του ΤΑΑ θα στηρίξει την ζήτηση κατά το τρέχον έτος.
Ωστόσο, σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, η ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αύξηση της απασχόλησης, όπως συνέβη μέχρι τώρα, αλλά απαιτείται ταχύτερη άνοδος της παραγωγικότητας.
Ως εκ τούτου, το βασικό ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότερη διάθεση των διαθέσιμων πόρων, και όχι απλώς η απορρόφησή τους, καθώς και η προσέλκυση περισσότερων και ποιοτικότερων ιδιωτικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο επενδυτικό περιβάλλον, με τελικό στόχο τον αναπροσανατολισμό του παραγωγικού μας υποδείγματος προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης περισσότερης γνώσης και καινοτομίας στο προϊοντικό μείγμα.