«Οι ασθενείς με φυματίωση είναι οι άνθρωποι χωρίς φωνή. Εμείς εργαζόμαστε να είμαστε η φωνή τους». Με αυτά τα λόγια, η Κατερίνα Μανίκα, καθηγήτρια Πνευμονολογίας – Φυματιολογίας του ΑΠΘ στην Πανεπιστημιακή Πνευμονολογική Κλινική του ΓΝΘ «Γ. Παπανικολάου», περιγράφει το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει τη φυματίωση και αποτρέπει πολλούς ασθενείς από το να μιλήσουν ανοιχτά για την πάθησή τους.
Όπως εξηγεί, «δε θα πάνε να μιλήσουν στα ΜΜΕ, δε θα αναζητήσουν τρόπο να κοινοποιήσουν το πρόβλημα, δε θα μιλήσουν για αυτό. Υπάρχουν σύλλογοι για τις πιο σπάνιες παθήσεις αλλά δεν υπάρχει σύλλογος για τη φυματίωση».
Η σιωπή αυτή, σύμφωνα με την ίδια, οδηγεί στην υποεκτίμηση του νοσήματος, ενώ οι ελλείψεις στο σύστημα καταγραφής και οι αδυναμίες στις δομές φροντίδας καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για μια νέα, ολοκληρωμένη προσέγγιση.
Πενταπλάσια τα πραγματικά περιστατικά φυματίωσης στην Ελλάδα
Το 2024 καταγράφηκαν στη χώρα 400 περιστατικά ενεργού φυματίωσης, αριθμός μειωμένος κατά 19% σε σχέση με το 2023.
Η μείωση αυτή, όπως σημειώνει η καθηγήτρια, δεν αποτυπώνει πραγματική κάμψη του νοσήματος, αλλά οφείλεται σε υποδήλωση και υποδιάγνωση.
Αν και η φυματίωση είναι υποχρεωτικά δηλούμενο νόσημα στον ΕΟΔΥ, φαίνεται ότι καταγράφεται μόλις το 1/3 έως 1/5 των πραγματικών περιστατικών.
Η κ. Μανίκα υπογραμμίζει: «Δε μιλάμε για υποτιθέμενα περιστατικά, για τη φυματίωση που δε διαγιγνώσκεται. Μιλάμε για πραγματικά περιστατικά που προκύπτει η ύπαρξή τους από την κατανάλωση των φαρμάκων, η οποία δείχνει ότι έχουμε πενταπλάσια φυματίωση από αυτή που καταγράφουμε».
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η έλλειψη καταγραφής της έκβασης των ασθενών.
«Όταν δεν καταγράφεται η έκβαση, δεν ξέρουμε πόσοι πεθαίνουν», σημειώνει. Η απουσία συστηματικής παρακολούθησης οδηγεί πολλούς ασθενείς να διακόπτουν τη θεραπεία τους πρόωρα, αυξάνοντας τον κίνδυνο υποτροπής και μετάδοσης της νόσου.
Προφίλ και έκβαση των περιστατικών
Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, οι μισοί ασθενείς με φυματίωση στην Ελλάδα είχαν γεννηθεί στη χώρα, ενώ οι υπόλοιποι προέρχονταν από χώρες εκτός Ελλάδας — κυρίως από την Κεντρική και Νότια Ασία, την Ανατολική Ευρώπη και την Υποσαχάρια Αφρική.
Το 16,5% των δηλωθέντων περιστατικών αφορούσε ανθρώπους που ζούσαν σε συνθήκες ομαδικής διαβίωσης, όπως δομές μεταναστών, φυλακές και καταυλισμούς Ρομά.
Η χειρότερη έκβαση, όπως αναφέρει η κ. Μανίκα, παρατηρείται στους αλλοδαπούς εκτός Ευρώπης και στους Έλληνες. «Το 15% των Ελλήνων με φυματίωση πεθαίνουν, γιατί είναι μεγαλύτερης ηλικίας και έχουν πολλά συνοδά νοσήματα», εξηγεί.
Αντίθετα, οι παλιννοστήσαντες από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζουν καλύτερη έκβαση, καθώς διαθέτουν οικογενειακή και κοινωνική υποστήριξη.
Ανάγκη για Εθνικό Σχέδιο και υποστηρικτικές δομές
Η δημιουργία υποστηρικτικών δομών θεραπείας και παρακολούθησης είναι, σύμφωνα με την καθηγήτρια, κρίσιμη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου.
Παράλληλα, απαιτούνται προληπτικές δράσεις, όπως ακτινογραφίες θώρακα κατά την είσοδο σε δομές προσφύγων και σωφρονιστικά καταστήματα.
«Η λύση του προβλήματος της φυματίωσης είναι πολιτική, δεν είναι ιατρική. Η ιατρική λύση υπάρχει», τονίζει.
Το Εθνικό Σχέδιο για την Αντιμετώπιση της Φυματίωσης στοχεύει στη μείωση της υποδήλωσης, στην ακριβέστερη αποτύπωση του φορτίου της νόσου, στη βελτίωση της διάγνωσης και της παρακολούθησης των ασθενών, καθώς και στη διασφάλιση επάρκειας αντιφυματικών φαρμάκων.
Η πολυανθεκτική φυματίωση στην Ευρώπη
Η κ. Μανίκα επισημαίνει ότι στην Ευρώπη παρατηρείται υψηλό ποσοστό πολυανθεκτικών μορφών φυματίωσης, κυρίως στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, λόγω κακής χρήσης των φαρμάκων. Παράλληλα, η νόσος πλήττει δυσανάλογα ευάλωτες ομάδες όπως άστεγους, κρατούμενους και πρόσφυγες.
Το 2024 καταγράφηκαν στην ήπειρο 25.000 νέες περιπτώσεις, με επίπτωση 24 περιστατικά ανά 100.000 πληθυσμού. Οι χώρες με τη μεγαλύτερη επίπτωση ήταν το Κιργιστάν, η Ουκρανία, το Τατζικιστάν και η Μολδαβία.